2010: "Ἡ Σοφία μεταξὺ Ποιήσεως καὶ Πεζογραφίας", Παρουσίαση στον Ιανό από τον Δημήτρη Αρμάο (5/11)

Ἡ Σοφία μεταξὺ Ποιήσεως καὶ Πεζογραφίας

 Εἰσήγηση στὴν Παρουσίαση τοῦ Βιβλίου

Κουφὸς εἶσαι ρέ; δὲν ἀκοῦς; Κουφὲς Ἱστορίες Καθημερινῆς Τρέλας

τῆς Σοφίας Κολοτούρου

(πρόλ. Δημήτρης Σούλης, σκίτσα Σπύρος Δερβενιώτης, Ἀθήνα: ΚΨΜ, 2010)

Πολυχῶρος «Ἰανός», Παρασκευὴ 5 Νοεμβρίου 2010, 6.00΄ μ.μ.

 

Εκ πρωτης ὄψεως, τὸ παρουσιαζόμενο βιβλίο τῆς Σοφίας Κολοτούρου δὲν θὰ ἔπρεπε γιὰ μένα, ποὺ παρακολουθῶ οὐσιαστικὰ τὴν ποίη­σή της, νὰ εἶναι κεντρικοῦ ἐνδιαφέ­ρο­ντος. Ἐντούτοις, εἶναι. Καὶ αὐτὸ νομίζω πὼς θὰ ἔχει κάποιο ἐνδιαφέρον νὰ σᾶς ἐκ­θέ­σω ἐδῶ.

Ἡ ποιήτρια ποὺ παρακολουθῶ, λοιπόν, ὑπηρετεῖ μιὰ τέχνη ἡ ὁποία, ἀπὸ βασικὲς πλευ­ρές της, ἐκτιμῶ ὅτι ἐπικοινωνεῖ μὲ τὴ γραφὴ καὶ τοῦ συγκε­κριμένου βιβλίου, ὅπου περιλαμβάνονται κείμενα «ἐπιχειρηματολο­γί­ας» γύρω στὴ ζωὴ ἑνὸς ἀτόμου μὲ προβλήματα ἀκοῆς μέσα σὲ μιὰ κοινωνία προκαταλήψεων καὶ μειωμένης πρόνοιας, κείμενα διανθιζόμενα μὲ πλῆ­θος ἀφηγηματικῶν στοιχείων – κάποτε, ὡστόσο, καὶ κατὰ κύριο λόγο ἀφη­γηματικά. Κι ἐννοῶ τρεῖς βασικὲς πλευρές: μορφή, περιεχόμενο (μύθο), ἰδεολογία. Θὰ τὸ ὑποστηρίξω καὶ μὲ παραδείγματα.

 

Ὡς πρὸς τὴ μορφή: Ἡ ποίηση τῆς Σοφίας Κολοτούρου (μὲ μικρὲς «παραβάσεις») εἶναι πιστὴ στὴν παραδοσιακὴ στιχουργία. Τὴ γνωρίζουμε ἀπὸ δημοσιεύσεις σὲ περιοδικὰ καὶ συλλογικοὺς τόμους, ἀπὸ ἕνα μέχρι στιγ­μῆς τυπωμένο βιβλίο, τὰ Ἀν-επίκαιρα Ποιήματα (Ἀθήνα: Τυπωθήτω <Λά­λον Ὕδωρ, 14>, 2007) καὶ ἀπὸ ἀρκετὰ ἄλλα δείγματά της ποὺ κυ­κλο­φο­ροῦνται («διακινοῦνται» θὰ ἦταν ἴσως ὁ ὀρθότερος ὅρος: διαδίδονται χάρη στὴν ἀποδοχή τους) στὸ Διαδίκτυο. Καὶ ἡ διατύπωση «παραδοσιακὴ στιχουργία», σὲ ὅλο της τὸ εὖρος: μὲ δοκιμὲς πολλῶν μέτρων καὶ στρο­φι­κῶν συμπλεγμάτων καὶ ὁμοιοκαταληξιῶν κ.τ.λ., ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ πιὸ καίριο: μὲ προσήλωση στὶς ἀξιώσεις τῆς παράδοσης γιὰ τὴ διαχείριση τοῦ νοήματος. Δηλαδή: μὲ τοὺς παραδεδεγμένους καὶ γερὰ δοκιμασμένους τρόπους προαγωγῆς καὶ ἀρτίωσης τοῦ μύθου (ἢ τοῦ «λυρικοῦ ἐπιχει­ρή­μα­τος»), καὶ μὲ ἀπόλυτη, φυσικά, ἐκφραστικὴ διαύγεια. Τὸ ἴδιο μοντέλο ἀ­κο­λου­θοῦν, στὸ εἶδος τους, καὶ οἱ πρόζες τοῦ βιβλίου Κουφὸς εἶσαι ρέ; δὲν ἀ­κοῦς; (θὰ τὶς χαρακτήριζα «ἀνοιχτὰ χρον[ικ]ογραφικὲς» ἢ «ἀνοιχτὰ χρονο­γρα­φήματα») – καὶ θαρρῶ πὼς αὐτὸ ἀξιοποιεῖ στὴ δική του δουλειὰ ὁ Σπύ­ρος Δερβενιώτης, μὲ ὅλη τὴν εὐφυΐα ποὺ φαντάζομαι ὅτι θὰ χρειάστηκε νὰ ἐπιστρατεύσει γιὰ νὰ εἰκονοποιήσει τὰ καθαρῶς σχολιογραφικὰ σημεῖα τοῦ κειμένου.

Ὡς παράδειγμα ποιήματος, ἀπὸ τὴ μιὰ μεριά, ἂς πάρουμε τὸ «Ἐκκρεμὲς τῆς Κοινῆς Γνώμης» (Ἀν-επίκαιρα Ποιήματα, σσ. 18-19): Τέσσερα ἑξάστιχα μὲ ξεχωρισμένον ἕναν, πρόσθετον στὸ καθένα, 7ο στίχο, δίκην ἐπωδοῦ. Ὅλα ξεκινοῦν μὲ τὴ δήλωση «φοβᾶμαι», ἀλλὰ τὰ τρία καλύπτουν ἐπι­μέ­ρους τομεῖς: πρῶτα, ἀπειλὲς τῆς ὑγείας· δεύτερο, κινδύνους ἀπὸ κοι­νω­νι­κὲς ἀνατροπές· τρίτο, γηρατειά. Καί, τέλος (4η στροφή, ὅ.π., σ. 19):

 Φοβάμαι, όπως με μάθαν να φοβάμαι
και σκέφτομαι όπως θέλουν να σκεφτώ
-πολίτης της Καινούριας Εποχής,
ελεύθερες πληροφορίες δεν θυμάμαι,
γλιστράω σ’ ένα θάνατο αργό,
ακόλουθος, στο βάθος ευτυχής-

γρανάζι ως το τέλος μηχανής.

Ἡ ὁλοκλήρωση τῆς ἔκθεσης ἐπέρχεται τρόπον-τινὰ ἐπαγωγικά, ὡς καταστάλαγμα ἐμπειρίας – τεχνικὴ ὅπου συχνὰ προσφεύγει ἡ Σοφία Κολοτούρου.

Στὸ βιβλίο μὲ τὰ πεζά, τώρα. Τὸ «Βόμβα στὴν Ὁμόνοια – Σὸκ καὶ Δέος στὸ Μετρό» (ἀρ. 5, σσ. 51-53) περιλαμβάνει μιὰ ἱστορία στὸ μετρὸ καὶ σχόλια ἐπ’ αὐτῆς: Ἡ διάδοση ὅτι ἔχει τοποθετηθεῖ βόμβα στὸ μετρὸ κάνει μιὰ κοπέλα, συνεπιβάτιδα τῆς συγγραφέως, νὰ τῆς ἀπευθυνθεῖ, μὲ ὅλα τὰ συνεπακόλουθα τῆς ἔκπληξης, ἐκεῖθε, ἀπὸ τὶς ἀρχικὲς δυσχέρειες ἐπι­κοι­νω­νίας (ὣς τὸ σημεῖο αὐτὸ ἡ καθαρὴ ἀφήγηση) καὶ τὴν πικρία, ἐδῶθε, ἐξαιτίας τῆς ἔλλειψης κάθε πρόβλεψης γιὰ ἐνημέρωση τῶν ἀνθρώπων ποὺ δὲν ἀκοῦν, καλὰ ἢ καθόλου, ἀκόμα καὶ σὲ περιστάσεις κινδύνου. Ἡ ἐλάχιστη πλοκή καταλήγει σὲ μιὰ διερεύνηση μὲ τυπικὸ χαρακτήρα διαμαρτυρίας καὶ προτάσεων (ὅ,τι θὰ ὁρίζαμε ὡς «ἀπόλυτο» τῆς δημοκρατίας). Καὶ εἶναι τεχνικὰ πολὺ πετυχημένη ἡ ὑπαινικτικὴ ὑπαγόρευση τῆς μοναχικῆς συνέχειας, μετὰ τὴν ἀποχώρηση τῆς ἀνήσυχης κοπέλας, ποὺ ἐπιτρέπει στὴν ἡρωίδα τὶς τελευταῖες σκέψεις. Ἕνα «πολὺ στρογγυλὸ» ρητορικὸ σχῆμα, ἐγγεγραμμένο στὴν κλασικότερη παράδοση τοῦ εἴδους.

 Ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενο: Ἂς ἐπισημανθεῖ ἐξαρχῆς ἡ κοινότητα θεμάτων μεταξὺ ποίησης καὶ πεζογραφίας τῆς Σοφίας Κολοτούρου: θε­μάτων ἀπὸ δυὸ περιοχές – «ἐγ­γὺς» καθημερινότητα καὶ «ἄπω» εἰδησεο­γρα­φία. Δὲ χρειάζεται νὰ ποῦμε τίποτα πα­ρα­πάνω γιὰ τὸ ὀφθαλμοφανές. Ἡ θεματικὴ περιστολὴ ποὺ σημειώνεται στὸ Κουφὸς εἶ­σαι ρέ; (ὁ περιο­ρι­σμὸς σὲ ἕναν «μερικότερο» θεματικὸ πυρήνα) ἀνταποκρίνεται στὸν στρα­τευμένο χαρακτήρα τοῦ βιβλίου – ἀλλὰ δὲν ἀλλάζει τὰ πράγματα.

 Ἀποτόλμησα ἤδη ἕναν χαρακτηρισμὸ τοῦ εἴδους αὐτῶν τῶν πεζογραφημάτων: «ἀνοιχτὰ χρονογραφήματα». Μὲ τὸν ὅρο χρονογράφημαχρονογραφία (ἂς ἀφήσουμε τὸν τύπο χρονικογραφία γιὰ τοὺς συντάκτες χρονικῶν, καὶ ἂς προτιμήσουμε τὴ χρονογραφία, ἂν μή τι ἄλλο, λόγω ἔ­κτα­σης τῶν κειμένων, ἀπὸ τὸν ὅρο σχολιογραφία) τονίζεται κατευθεῖαν ἡ προσήλωση στὴν ἐπικαιρότητα. Προσήλωση ποὺ ἔχει ἤδη υἱοθετήσει ἡ Σοφία Κολοτούρου καὶ σὲ ἐπίπεδο τίτλου γιὰ τὰ ποιήματά της. Μὲ μιὰν ἀν-αίρεση: τὰ ὀνομάζει, συνολικά, Ἀν-επίκαιρα (μέσα, ἡ δεύτερη ἑνότητά τους τιτλοφορεῖται, μὲ αὔξουσα εἰρωνεία, «Ἐπικαιρικά»), παίζοντας μὲ τὴν ἀμφισημία «αὐτὰ ποὺ ἔχασαν τὴν ἐπικαιρότητά τους» - «αὐτὰ ποὺ εἶ­ναι ὑπεράνω ἐπικαιρότητας». Πρόκειται γιὰ ρητὸ αὐτοσχόλιο: μιὰ πληροφορία ποὺ ἀποδεικνύεται εὔστοχη γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ὀρ­γα­νώ­νε­ται τὸ μήνυμα στὰ κείμενά της (ὡς ἀναπόσπαστο τμῆμα τοῦ περιεχομένου τους). Πῶς δηλαδή; Ὑπεκφεύγοντας τοῦ ἀμιγῶς ἐπικαιρικοῦ, ὅθε ἀ­φορ­μᾶται· ὀλισθαίνοντας συστηματικὰ στὴ γενίκευση διὰ τῆς παρα­πο­μπῆς σὲ ἀξιακὸ κώδικα εὐρύτερης ἰσχύος. Ὡς ἐκτούτου, καὶ κατὰ τὸ πλεῖ­στον, ὁ ἰδεώδης χαρακτηρισμὸς τῶν ποιημάτων θὰ ἦταν: «περιστατικά» (ἐπίθετο), μὲ τὸν τρόπο ποὺ πολλοὶ καὶ μείζονες δημιουργοὶ θήτευσαν ἀρ­χαι­όθεν στὴ «χαμηλὴ φωνή». Τὸ ἴδιο παρατηροῦμε καὶ στὴν πρόζα τῆς Σοφίας Κολοτούρου (κι ἔχω στὸ νοῦ μου, ὁμολογῶ, δείγματα τέτοιας γραφῆς της κι ἀπὸ πιὸ πλατιὰ θεματολογία –δοκιμιακὰ καὶ ἄλλα–, ἐκτὸς τοῦ βιβλίου ποὺ ἔχουμε ἐμπρός μας). Γι’ αὐτὸ χαρακτήρισα τὴ χρονογραφία της «ἀνοιχτή».

Τὸ «Μνήμη καὶ Λήθη» ἀπὸ τὰ Ἀν-επίκαιρα Ποιήματα (σ. 29) εἶναι καλὸ παράδειγμα – καὶ δὲ θὰ προσθέσω κανένα σχόλιο:

 

            Μες στο σαλόνι παρελάσαν χίλια θεάματα,
          από τα πιο πανάρχαια δράματα.
          Η μνήμη εστράφη, στην πηγή της λησμονιάς.
          - Μείνε επιλήσμων! - Μην ξεχνάς!

          Κι είχαν ανοίξει οι κρουνοί των ουρανών...
          Ορμητική στην άσφαλτο η πτώση των νερών.
          Η μνήμη εστράφη, με μια ανάγκη λησμονιάς.
          - Μείνε επιλήσμων! - Μην ξεχνάς!

          Βάθαινε η νύχτα, επιστρέφοντας σε κάτι,
          που ήταν σκοτάδι, πριν υπάρξει φως.
          Στριφογυρίζω διχασμένη στο κρεβάτι.
          Μνήμη και λήθη βρέχει ο ουρανός.

Τὸ ὑπ’ ἀρ. 1 κείμενο τοῦ Κουφὸς εἶσαι ρέ; («Στοῦ Κουφοῦ τὴν Πόρτα γίνονται Γεγονότα», σσ. 17-21) «τεκμηριώνει» τὴ διαμαρτυρία γιὰ τὴ θέση ἀνθρώπων ἀδύναμης ἀκοῆς σὲ καταστάσεις ἔκτακτης ἀνάγκης ὅπου δεσπόζουν ἠχητικὲς εἰδοποιήσεις, ὅπως τὸ χτύπημα στὴν πόρτα, μὲ μιὰ ἱστο­ρία γιὰ ἔλεγχο εἰσιτηρίων στὶς καμπίνες ἑνὸς καραβιοῦ τῆς γραμμῆς. Τὸ ὕφος εἶναι χαριτωμένο καὶ πνευματῶδες· ἡ ἱστορία τὸ ἴδιο, καθὼς ἐρω­το­τροπεῖ μὲ τὴν «κωμωδία παρεξηγήσεων». Τί μένει, ὅμως, «ἀπ’ ἔξω»; Τὸ ἐνδεχόμενο τοῦ πραγματικοῦ κινδύνου! Αὐτὴ εἶναι μιὰ τεχνικὴ χειρισμοῦ τῆς συγκίνησης πραγματικὰ διακριτικὴ καὶ «ἀνοιχτή» – ἀνοιχτὴ πρὸς τὸν πιὸ περίπλοκο κόσμο ἀξιῶν. Ἡ ἱστορία δὲν «τελειώνει» σὲ ὅσα λέγονται, οὔτε στοὺς ὑπαινιγμοὺς γιὰ ὅσα δὲν λέγονται. Τὸ σημαντικότερο ἴσως μέρος της συνεχίζεται μέσα μας. Καὶ αὐτὸ τὸ μέρος ἀποσπᾶ τὸ θέμα ἀπὸ τὸ ἐπικαιρικό του περιβάλλον.

 

Τέλος, ὡς πρὸς τὴν ἰδεολογία (ὅ,τι εἶναι, ἐπιτέλους, ὡραῖο νὰ ὀ­νομάζουμε «ἰδεολογία»): Ποίηση καὶ πεζογραφία τῆς Σοφίας Κολοτούρου διακρίνονται γιὰ τὸ πλατὺ «κοινωνικὸ» πνεῦμα τους – τὴ μεγάλη ἀ­γκαλιά τους. Πιθανὸν ἀφετηρία νὰ εἶναι ἡ προσωπική της περιπέτεια μὲ τὴν ἀκοή: ὅταν κάτι σὲ ἀπασχολεῖ μὲ τὰ διαρκὴ ἐμπόδια ποὺ σοῦ θέτει, ὅσο μικρὸ κι ἂν εἶναι, σοῦ ἀνοίγει πύλες θεόρατες γιὰ ν’ ἀντιληφθεῖς τὰ πολὺ μεγαλύτερα βάσανα· κι ὅταν νιώθεις τὴν πίεση τῶν προεξοφλήσεων καὶ τῆς πλειονοψηφικῆς ἀναλγησίας ἀπέναντι στὴν ἰδιαιτερότητα (θετικὰ καὶ ἀρνητικὰ ἐννοούμενη – τὸ ἴδιο εἶναι), εὔκολα «μπαίνεις στὰ παπούτσια» κάθε μειονότητας. Ἔτσι, ποικίλες κοινωνικὲς ὁμάδες, λογῆς ἀπο­κλει­σμοὶ περνοῦν κάτω ἀπὸ τὸν ἐξεταστικὸ φακὸ τῆς γραφῆς της. Ἡ ποίη­σή της εἶναι, ἐπὶ τοῦ παρόντος, καλύτερος δείκτης (ἔχει φακὸ πιὸ «εὐρυ­γώ­νιο», θὰ λέγαμε)· ἡ θεματικὴ συγκρότηση τοῦ νέου της βιβλίου, μολο­νό­τι ἔχει τὸ προσὸν νὰ «ἐξαντλεῖ» τὸ πεδίο του, εἶναι λογικὸ νὰ μὴν ἀντα­πο­κρί­νεται ἀναλόγως σὲ κάτι τέτοιο. Ἡ προσφυγὴ στὴ «δειγματοληψία», μο­λα­ταῦτα, δίνει τὸ περιθώριο τῆς ἀναγωγῆς.

Παράδειγμα ἐκ τῶν ποιημάτων: ἕνα ποὺ ἡ ἴδια ἡ Σοφία Κολοτούρου καταχώρισε στὰ «Ἐπικαιρικὰ» τῶν Ἀν-επίκαιρων Ποιημάτων της, τὸ «Παρίσι - Νέα Ὀρλεάνη - Τέξας» (σ. 51):

 

 Δεν έχουν λέει ψωμί. Ωστόσο παντεσπάνι
άφθονο υπάρχει. Δεν καταλαβαίνω.
Τους είπαμε πως έρχεται κυκλώνας.
Γιατί έμειναν στη Νέα Ορλεάνη;
Αμάξι αν δεν έχουν, κάποιο τρένο
σαφώς θα φεύγει – είναι κανόνας.

Αλήτες θα ‘ταν, άστεγοι, που κλέβουν
και καίνε, όπως οι άλλοι στο Παρίσι.
Τους κόβω ύποπτους και για τρομοκρατία.
Κάθονται και δεν θέλουν να δουλεύουν,
διακινούν χαπάκια και χασίσι,
έχουνε άλλο χρώμα, άλλη θρησκεία.

Πώς έγινε και δείχνουν τόσο μίσος;
Μας σκότωσαν στους Πύργους, στο Μετρό,
στα ωραία θέρετρά μας στο Μπαλί,
στην Αίγυπτο, στην Ιορδανία. Ίσως
να φταίει πάνω απ’ όλα ο Εξαποδώ.
Φίλοι, ας κάνουμε μαζί μια προσευχή.

Πόσο αὐτὸ τὸ ποίημα περιορίζεται στὰ τραγικὰ γεγονότα τοῦ 2005, στὴ θεομηνία; Ὁ «χρονογραφικὸς» χαρακτήρας εἶναι σαφής. Ἄλλο τόσο, ὅμως, εἶναι σαφὲς καὶ τὸ ἄνοιγμα πρὸς τὴν ἀνθρώπινη διάσταση. Ἐπι­τυγ­χά­νε­ται μὲ μέσο ἁπλό: μὲ ἀντιστοιχίσεις ἄλλων δεινῶν· τὸ ἴδιο κοντινῶν, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ ἴδιο βάθος πόνου καὶ τὴν ἴδια «ἐγκυρότητα» ἔναντι τοῦ παρελθό­ντος καὶ τοῦ μέλλοντος. Ἔτσι, ἀναδύεται ὡς «κοινὸς παρονομαστὴς» ὁ πά­σχων ἄνθρωπος καὶ ὁ ἀποκλεισμός του ἀπὸ τὴν εὐημερία – ἡ δοκιμασία τοῦ ἀνθρωπισμοῦ. Ἕνα κείμενο διαμαρτυρίας μὲ ὅλα τὰ εὔσημα τῆς διάρκειας.

Στὸ στενό, ὅπως εἴπαμε, πλαίσιο ποὺ ὑπαγορεύει ἡ θεματικὴ τοῦ βιβλίου ποὺ σήμερα παρουσιάζεται, ἕνα δεῖγμα θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι (εἶναι δηλαδή, δίπλα σὲ ἄλλα ποὺ εὐχερῶς θ’ ἁλιεύαμε) ἡ «Ἐκτὸς καὶ Παρ’ Ἐλ­πί­δος Χαρά» (ἀρ. 9, σσ. 64-66), γραμμένο γιὰ τὴν Ἡμέρα τῆς Γυναίκας (8 Μαρ­τίου) τὸ 2008. Ἀφορμὴ εἶναι ἕνα ποίημα τῆς συγγραφέως ὅπου συνδυάζεται ὁ φεμινιστικὸς προβληματισμὸς μὲ τὸ θέμα τῆς «Ἀναπηρίας» (ἔτσι ὁ τίτλος του). Τὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ εἶναι ἕνα σχόλιο ὅπου διανύεται ἡ ἀπόσταση ἀπὸ τὴν ἀφόρμηση –τὴ φιγούρα τῆς Ἀντιγόνης κι ἕνα ἐδάφιο τοῦ Σοφοκλῆ (Ἀντιγ. 392-93)– ὣς τὸν ἐπωδικὸ στίχο «καὶ πᾶμε ἀκόμη...» (μὲ τὸν ὁποῖο κλείνει καὶ τὸ ποίημα, γραμμένο ἀπὸ τὴν πλευρὰ ἑνὸς «ἐμεῖς»). Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ κατακλείδα:

 

Γι’ αὐτὸ λοιπὸν γυναῖκες, ἀλλὰ καὶ εἰδικότερα, κωφὲς γυναῖκες, μὴν δε­χτεῖ­τε σὲ καμία περίπτωση νὰ μπεῖτε στὸ περιθώριο – ἁπλῶς, μετακινῆστε μὲ ὅλη σας τὴ δύναμη τὸ πλαίσιο λίγο παραπέρα!

Αὐτὴ ἐξάλλου εἶναι, νομίζω, καὶ ἡ «ἀπρόσμενη κι ἀνέλπιστη ἡδονὴ» [ἀπόδ. τῆς Ἀντιγ., ὅ.π.] ποὺ μπορεῖ νὰ σοῦ δώσει ἡ ἀναπηρία ἢ τὸ νὰ βρίσκεσαι γενικότερα σὲ μειονεκτικὴ θέση ἀπὸ κοινωνικὴ ἄποψη: εἶναι ἡ ἀ­πρό­σμενη χαρὰ ποὺ νιώθεις ὅταν βλέπεις πὼς ὑπερβαίνονται μὲ τὸ χρόνο τὰ κοινωνικὰ στεγανὰ καὶ ἐπικρατεῖ σιγὰ σιγὰ ἡ ἰσότητα.

Καὶ πᾶμε ἀκόμη...

 

Κι ἐδῶ περιττεύει κάθε ὑπομνηματισμός.

Νομίζω πὼς αὐτὴ ἡ τελευταία διάσταση, αὐτὴ ποὺ ὀνόμασα (διόλου αὐθαίρετα) «ἰδεολογία», εἶναι ἀκόμα πιὸ σπουδαία ἀπὸ τὶς ἄλλες στὴν ἐσωτερικὴ συνοχὴ ποίησης καὶ πεζογραφίας τῆς Σοφίας Κολοτούρου – ἀλλὰ δὲ θὰ ἐπιμείνω κιόλας...

 

Ἔτσι, ἔχουμε, λέω, στὰ χέρια μας ἕνα βιβλίο ποὺ πλουτίζει τὴν εἰκόνα μας γι’ αὐτὴ τὴ λόγια γυναίκα μὲ τὸ ξεχωριστό της πάθος γιὰ τὴ ζωὴ καὶ γιὰ τὴν τέχνη. Κι ἐπίσης: ἕνα βιβλίο πού, μὲ τὴν ἀλαφράδα του καὶ τὴν ἀνθρωπιά του, συνεισφέρει στὸ κουράγιο μας νὰ ζοῦμε σ’ ἕναν τόσο δύσκολο κόσμο, σὲ μιὰ τόσο δύσκολη χώρα, μιὰ τόσο δύσκολη ἐποχή. Καὶ τοῦ ὀφείλουμε χάριτες.

Δημήτρης Αρμάος

(Τα αποσπάσματα των ποιημάτων έχουν γραφτεί στο μονοτονικό γιατί δεν κατορθώσαμε να διατηρήσουμε τον πολυτονισμό σε αυτή τη γραμματοσειρά, ωστόσο πρέπει να τονίσουμε ότι ο Δημήτρης Αρμάος μας παρέδωσε όλο το κείμενο σε πολυτονικό σύστημα, το οποίο και έχουμε διατηρήσει στην υπόλοιπη ομιλία - ζητάμε συγγνώμη που δεν έχουμε βρει τον τρόπο να φτιάξουμε σωστά και τα αποσπάσματα στην πλατφόρμα αυτής της σελίδας).


επιστροφή

δημοσιεύματα