2011: Παρουσίαση στο @Ρουφ από την Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου (9/11)

Της Σοφίας

Τρεις αλληλένδετες ερωτήσεις:

1) Τι θα πει «κωφός» –«κουφός»– για τον μη κουφό; Βλέπετε, ο λόγος, το λέγειν παρεισφρέουν ήδη στην ερώτηση: «τι θα πει;». Και αυτός ο λόγος προσλαμβάνεται ως καταρχήν και κατεξοχήν προφορικός – μια προφορικότητα που, όπως το θέλουν τουλάχιστον ο Πλάτων και μεγάλο μέρος της δυτικής πλατωνικής παράδοσης, προηγείται και υπερισχύει του γραπτού.
Και επειδή πρόκειται για ερώτηση που έχει να κάνει με την επικοινωνία, με αυτό που ονομάζουμε «ανθρώπινη επαφή», η οποία, ως γνωστόν, ελέγχεται από τις ανθρώπινες αισθήσεις –της ακοής προεξαρχούσης–, το πράγμα εξατομικεύεται και οδηγεί σε μια δεύτερη ερώτηση:

2) Τι θα πει κωφός για μένα (που δεν είμαι); Διότι για το ακούον και ομιλούν υποκείμενο, ο κωφός ή/και άλαλος συνιστά το απόλυτο Άλλο, την απόλυτη και αδιαπραγμάτευτη ετερότητα, και διότι ο εγκέφαλος και ο ψυχισμός μου καλούνται να δεξιωθούν ή τουλάχιστον να θέσουν σε λειτουργία τη διαδικασία υποδοχής αυτού του Άλλου, υπό συνθήκες ιδιαίτερα ασυνήθεις, διαταρακτικές, για να μην πω… αποστομωτικές.

3) Ερώτηση που συνοδεύεται, βέβαια, από μια τρίτη : τι θα πει, τι μπορεί (και τι θέλει) να πει ένας κωφός, έστω μεταγλωσσικός, σε μένα; Και γιατί, άραγε, το γεγονός ότι μου απευθύνεται ως κωφός, και μάλιστα ως κωφός ποιητής –ως κωφή ποιήτρια–, έχει σε μένα τέτοια εκκωφαντική απ-ήχηση;

Δεν θα μιλήσω για το περιεχόμενο, το σημαινόμενο του λόγου της Σοφίας, αυτού του πολιτικά ευ-αίσθητου και κοινωνικά ευ-ήκοου,  αγνού και αυθεντικού καταγγελτικού της λόγου. Θα μιλήσω για τον φορέα του Τον κωφό φορέα. Τη Σοφία. Και παράλληλα για την παράδοξη, αντεστραμμένη σχέση κωφού και ακούοντος, για την περίεργη συν-ομιλία τους. Την περίεργη συνομιλία μας.

Ας μου επιτραπεί, όμως, ν’ ανοίξω προηγουμένως μια (όχι τόσο άσχετη) παρένθεση για να θυμίσω, στα τελευταία ποιήματα της Σοφίας, το ασυγκράτητο πλην συγκροτημένο «κατηγορώ» της. Διαβάζω από τους πρόσφατους «Νεκροζώντανους» IV και II:


[…]


Εγώ ήθελα δουλίτσα και φαγάκι,
μια ήσυχη και ταπεινή ζωή –
κι ετούτοι θα μ’ αρπάξουν σε λιγάκι
σπίτι, αξιοπρέπεια και τιμή.


Δεν ξέρω πια τι βγάζουνε σαν νόμους,
δημοψηφίσματα και πρόωρες εκλογές.
Μου είπανε να βγούμε όλοι στους δρόμους,
ν’ αντισταθούμε στους κατακτητές.


Αλλά δεν ξέρω οι Καλοί ποιοί να ‘ναι
και ποιοι οι Κακοί – για να τους πολεμώ.
Καλοί, Κακοί, αυτοί που κυβερνάνε,
γνωρίζω πως τους ψήφισα κι εγώ.


Στ’ αλήθεια τα ’χω παίξει κι εν συγχύσει
σαν πρόβατο οδηγούμαι σε σφαγή.
Το σύστημα και πάλι θα κερδίσει –
εκτός κι αν ξεχειλίσει πια η οργή.

Εδώ, μιλάνε οι λέξεις, και ξαναμιλάνε λέξεις που δεν τις έχουμε ακούσει δεκαετίες τώρα, όπως «ταπεινή ζωή», «αξιοπρέπεια», «τιμή». Αλλά και, μέσα σε μια γόνιμη αντίφαση, πλάι στην αναμενόμενη καταστατική αριστερή θυματοποίηση (σαν πρόβατο οδηγούμαι σε σφαγή), εμφιλοχωρεί (επιτέλους!) η επίγνωση της συλλογικής, αλλά και ατομικής, συμμετοχής μας στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική εθνική μας αυτοκτονία (Καλοί, Κακοί, αυτοί που κυβερνάνε, γνωρίζω πως τους ψήφισα κι εγώ). Αν μη τι άλλο, η ώριμη, ενήλικη επίγνωση ή καλύτερα η συν-αίσθηση της παθητικής συνευθύνης των πλείστων ημών –όλων των κοινωνικών στρωμάτων–, δηλαδή της γενικής μας κώφωσης, πρωτίστως ηθικής, στις φωνές που χρόνια τώρα μας ειδοποιούσαν για τη μεταπολιτευτική μας κατολίσθηση:


[…]


Τ’ απόγευμα ψηφίζουν και περνάνε
όλα τα Νομοσχέδια στη Βουλή.
Κάποιους απέξω ακόμα τους χτυπάνε –
γιατί λοιπόν κανείς ν’ αντισταθεί;


Κάθομαι σπίτι, έξω σουρουπώνει.
Σφαλίζω τα παράθυρα ξανά.
Με νανουρίζει η εικόνα στην οθόνη –
κι ουρλιάζω, αλλ’ από μέσα μου, κρυφά.

Έχει κανείς την πολύ ισχυρή, την πολύ ηχηρή εντύπωση ότι, σ’ αυτές τις κουφές και μουγκές ώρες, η Σοφία είναι η μόνη που ακούει τους ακόμη υπόκωφους ήχους της κυριολεκτικής και μεταφορικής μας αναπηρίας, του θυμού και της απόγνωσης των Ελλήνων. Και μοιάζει να είναι η μόνη που μιλάει, όχι που μιλάει απλώς – έχει κανείς την εντύπωση ότι η Σοφία είναι η μόνη που ουρλιάζει! Παράδοξο; Ίσως όχι και τόσο. Νομίζω ότι συμβαίνει το εξής: δεν είναι  –ή δεν είναι μόνο– ότι η Σοφία τα «λέει ωραία»,  (όσο ωραία και αν είναι, πράγματι, τα λέει), είναι και το εξής αξιοσημείωτο: τη Σοφία την ακούμε, επειδή είναι κωφή!

Και έρχομαι στη δική μου εμπειρία, ως (σχετικά καινούργιας) φίλης της Σοφίας και ως (πιο παλιάς) αναγνώστριάς της.
Η Σοφία, η περίπτωση-Σοφία, μ’ έβαλε σε πολλές και αναπάντεχες και γόνιμες σκέψεις. Μ’ έκανε ν’ αναρωτιέμαι τι παίζεται μεταξύ κώφωσης και λέγειν, γενικώς. Μεταξύ κώφωσης και ποιητικού λέγειν, ειδικώς. Τι παίζεται – όταν μάλιστα η ποίηση είναι το κατεξοχήν λέγειν, η κατεξοχήν οικουμενική, αλλά ταυτόχρονα και η πιο προσωπική, μύχια, intime απεύθυνση. 
Τι συμβαίνει μεταξύ κωφού και καταστατικά ακούοντος;
Ας προσπαθήσουμε, μια στιγμή, να δούμε τι διαδραματίζεται (και δραματοποιείται) σε δύο επίπεδα: πρώτον, στο επίπεδο της υποδοχής του ποιητικού λόγου, όταν αυτός εκφέρεται από ποιήτρια δεδηλωμένα κωφή. Και, δεύτερον, στο επίπεδο της πρόσωπο-με-πρόσωπο συνομιλίας. Της προσωπικής συνομιλίας μου με την κωφή φίλη μου Σοφία.

Ποια  αληθινά ακούει; Ποια αληθινά μιλάει; Εκείνη; Εγώ; Κανείς; Και αν μια από τις δύο – αυτές τις δύο που είθισται να ονομάζονται «συνομιλήτριες» – δεν ακούει, μήπως τότε ο δικός μου λόγος, που εξαιτίας της κώφωσης μετατρέπεται στο  περίεργο, το εξωτικό αντικείμενο της μη-ακοής, αποδεικνύεται ανυπόστατος; Ή μήπως, όχι; Μήπως συμβαίνει κάτι άλλο; Μήπως αυτή που δεν ακούει με μιλάει περισσότερο απ’ ό,τι εγώ «μιλάω», εκφέρω, εκφράζω εμένα την ίδια, είτε στον, υποτίθεται, ακούοντα εαυτό μου είτε στους άλλους, υποτίθεται, ακούοντες;

Ας δούμε, όμως, λίγο τα δύο αυτά επίπεδα:
 
Όσον αφορά τον ποιητικό και γενικότερα τον γραπτό λόγο, όλοι ξέρουμε ότι η δυτική παράδοση σημαδεύτηκε από την τεράστια (και παράδοξη) δυσπιστία του Πλάτωνα για το γραπτό (όσο, κατ’ αντιδιαστολή, η εβραϊκή από τον αμετακίνητο, κρυσταλλωμένο γραπτό λόγο της Torah). Κατά τον Πλάτωνα, ο γραπτός λόγος όχι μόνο ακολουθεί ασθμαίνων τον προφορικό, αλλά επιπλέον, αποκομμένος από την πηγή του και την προφορική του ερμηνεία ή επικύρωση, είναι ή τουλάχιστον κινδυνεύει να αποδειχθεί αναληθής.
Λέει ο Σωκράτης στον Φαίδρο στον ομώνυμο διάλογο: «Ξέρεις λοιπόν, Φαίδρε, ο γραπτός λόγος πραγματικά μοιάζει με τη ζωγραφική. Διότι και αυτά που γεννιούνται από αυτήν στέκονται σαν να είναι ζωντανά, εάν όμως κάποιος τα ρωτήσει κάτι, με σεμνότητα σωπαίνουν απολύτως. Το ίδιο και τα γραπτά κείμενα, νομίζεις πως μιλούν σαν να διαθέτουν σε έναν βαθμό τα ίδια φρόνηση, εάν όμως κάποιος ρωτήσει κάτι από αυτά που ειπώθηκαν, θέλοντας να μάθει, απαντούν το ίδιο, πάντα και μόνο το ίδιο. Και κάθε λόγος, από τη στιγμή που θα γραφεί, διαδίδεται παντού με τον ίδιο τρόπο και στους επα?οντες και σε αυτούς που καθόλου δεν αρμόζει, και δεν ξέρει σε ποιους πρέπει να μιλήσει και σε ποιους όχι. Και όταν κάπου σφάλλει και κατηγορηθεί άδικα, διαρκώς χρειάζεται τον δημιουργό του για να τον υποστηρίξει. Ο ίδιος όμως, ούτε να υπερασπιστεί ούτε να βοηθήσει τον εαυτό του μπορεί.» (275d3-275e6).
Χρειάστηκε να περιμένουμε τον Ντερριντά για να αμφισβητηθεί, να επανερωτηθεί και τρόπον τινά να αντιστραφεί αυτή η ιεραρχία και να αποκατασταθεί η πρωτοκαθεδρία του γραπτού. Ε, λοιπόν, το αναντικατάστατο έργο της Σοφίας –αναντικατάστατο, γιατί μοναδικό και γιατί μη δυνάμενο να αντικατασταθεί από το προφορικό– έρχεται, από μόνο του, να επιβεβαιώσει την ντερρινταϊκή θεωρία!

2) Όσον δε αφορά την πρόσωπο-με-πρόσωπο συνομιλία, η πολύ εύγλωττη εμπειρία μου είναι ότι, η προσπάθειά μου να γίνω κατανοητή, αναγνώσιμη, αναγνωρίσιμη από τη Σοφία, να διασχίσω –όχι να διασχίσω, να διαρρήξω– την κώφωσή της, με φέρνει αντιμέτωπη με τη δική μου αλαλία: τι να της πω; Και, κατ’ επέκταση, τι έχω εγώ να πω; Έχω κάτι πραγματικά πραγματικό να πω; Που να αξίζει τις ταλαιπωρίες και τους κινδύνους μιας διάρρηξης;
Πόσο λίγες είναι αίφνης οι καίριες σκέψεις μου, πόσο λίγες οι απόλυτα δικές μου, πόσο πολλές οι κλεμμένες μου κουβέντες, όλα τα κλοπιμαία μου…
Μαζί της, απέναντί της, ο λόγος μου μοιάζει, μου μοιάζει ενοχλητικά περιττός, «περιττωματικός». 
Και με τη Σοφία, εξαιτίας της Σοφίας, χάρη στη Σοφία, γίνεται επείγουσα η ανάγκη μου για γλωσσική οικονομία, για λεκτική εγκυρότητα, «εγκαιρότητα», κυριότητα! Ομνύω στον αποσκορακισμό, στη λιτότητα, την ειλικρίνεια, την αυθεντικότητα. Η Σοφία με μαθαίνει να μιλάω, να με μιλάω, επειδή ακούει –ίσως είναι η μόνη με τόσο οξυμμένη και προνομιούχα ακοή– ακούει ποια είμαι.
Παράλληλα, στην προσπάθειά μου ν’ ακούσω εγώ και να καταλάβω τη Σοφία, έρχομαι αντιμέτωπη με τη δική μου κώφωση. Αντιλαμβάνομαι ότι η ακοή μου, και όχι μόνον η δική μου, είναι τόσο δεδομένη, όσο και ανύπαρκτη. Δεν ακούω τον άλλο. Δεν ακούμε ο ένας τον άλλο, γιατί δεν χρειάζεται. Γνωρίζουμε εκ των προτέρων τον τόνο, τον ρυθμό, την καντέντσα των σημαινόντων, όσο και την κακοφωνία και την κενότητα (λέμε: την κωφότητα) των σημαινομένων. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζουμε.
Είμαι, άρα, κουφή –έστω μετα-μεταγλωσσική κωφή!– και άλαλη;
Έτσι κι αλλιώς, τα δύο αυτά συνδέονται ετυμολογικά – ανακάλυψα ότι παραπέμπουν στη λέξη «κηφήν» (το ξέρατε;) Κωφός θα πει: πρώτον, αμβλύς (με την έννοια του «ανίσχυρος», «εξασθενημένος»)· δεύτερον,  βωβός,  αμβλύς την ακοήν· και τρίτον, μεταφορικά, αμβλύνους, δηλαδή βλαξ! Και επειδή τίποτε από αυτά δεν διαπιστώνεται, παρά τα φαινόμενα, στη Σοφία, η μόνη κωφάλαλη στη φιλική μας συνδιαλλαγή είμαι πιθανότατα εγώ – και πιστέψτε με, δεν είναι αυτά λόγια για να μην… ακουγόμαστε.

Τελειώνοντας, απευθύνω ειλικρινή έκκληση στη Σοφία να μοιραστεί μαζί μου, με όλους εμάς τα μυστικά τής τόσο ευαίσθητης, οξείας ακοής της. Απευθύνω έκκληση σ’ εκείνη που φαίνεται να ευλογήθηκε έναν άλλο ήχο, αν όχι των ουρανίων σφαιρών, τουλάχιστον τον μυστικό ήχο της αλήθειας.

     Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου
     
9 Νοεμβρίου 2001

 

 


επιστροφή

δημοσιεύματα