ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΙΚΟΡΕΤΖΟΣ - ΛΕΥΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

Ποιητική συλλογή, ιδιωτική έκδοση 1998

 

Ο κύριος Νικορέτζος είναι ένας γνήσιος λυρικός ποιητής. Η ποίησή του (τουλάχιστον όσον αφορά τις συλλογές που εξέδωσε πριν από το 2000) ακολουθεί την κλασσική μορφή του μέτρου και της ομοιοκαταληξίας. Στην παρούσα συλλογή με τον τίτλο «Λευκή Μουσική», που εκδόθηκε το 1998 (και υπάρχει σε όλα τα μεγάλα βιβλιοπωλεία αν και πρόκειται για ιδιωτική έκδοση), συνεχίζει την παράδοση του Καββαδία, του Ουράνη, του Καρυωτάκη, του Λαπαθιώτη, του Δροσίνη, του Πορφύρα και άλλων χαμηλόφωνων λυρικών ποιητών, που σήμερα συνηθίσαμε να ονομάζουμε «ελάσσονες». Είναι όμως έτσι; Υπάρχουν πράγματι «ελάσσονες» και «μείζονες» ποιητές και με ποιά κριτήρια μπορεί να οριστεί αυτό; Αφήνουμε τον ίδιο τον κύριο Νικορέτζο να τοποθετηθεί, μέσω της πολύ κατατοπιστικής εισαγωγής του βιβλίου του:

«Ας ξαναμιλήσω λοιπόν για το έργο μου κι ας γράψω πάλι την ιστορία μου  ή καλύτερα, ας ξαναβάλω τους στίχους μου στο χρηματιστήριο του χρόνου. Ο ποιητής, έτσι κι αλλιώς, είναι πάντα χαμένος. Σφράγισα λοιπόν σε μποτίλιες τα ποιήματά μου και τ' άφησα να τα πάρει το πέλαγο. Γι' αυτές τις μποτίλιες είχα ακούσει κάποτε τον καθηγητή Καριοφύλη Μητσάκη να λέει, παραλλάσσοντας το λόγο του Σεφέρη, πως κι ένας μόνο αναγνώστης να βρεθεί να διαβάσει το έργο του ποιητή, δηλαδή ένας μόνο ναυαγός να περιμένει τη σωτηρία του απ' το μήνυμα μιας μποτίλιας, που έφερε το κύμα στα πόδια του απ' τ'ανοιχτό πέλαγο, ο ποιητής θ' άξιζε να γράφει μόνο γι' αυτόν. Είχε προσθέσει μάλιστα, πως για τέτοια σωστικά ποιήματα, θα έπαιζε μετά πάθους και δια βίου, το ρόλο του ναυαγού. Ας περιμένουμε λοιπόν κι εμείς τους ναυαγούς...
Όσα σημείωσα πιο πάνω, δεν αποτελούν σκόπιμες ή μετ' ευτελείας ταπεινολογίες. Ειλικρινά το λέω. Ξέρω πως ο τρόπος που γράφω — σ' εποχές μεγάλων αισθητικών ανατροπών — δεν θα μου παραχωρήσει πολλούς αναγνώστες, τουλάχιστο απ' τη νέα γενιά. Ποίηση σαν τη δική μου, έχει το μειονέκτημα (;) της «παραδοσιακής» — όρος πού πολλοί χρησιμοποιούν με σαφώς αρνητικές υποδηλώσεις, για εύκολη μείωση, υποτίμηση ή και ονειδισμό της κι ας είναι επίτευγμα ενός ολόκληρου πολιτισμού. Δεν πειράζει. Αποδέχομαι τον χαρακτηρισμό. Προσωπικά, έχω τελείως άλλη αντίληψη για την ποίηση. Μια που προβάλλομαι στους μελετητές της, δικαιούμαι να έχω την άποψη, ότι την ποίηση δεν την κάνουν οι μετρικοί τρόποι, αλλά η ουσία που εμπεριέχει. Χωρίς να υποτιμώ καμιά μορφή ποίησης, πρέπει να ομολογήσω, ότι η λεγόμενη νεωτερική, με πολλά επείσακτα στοιχεία, είναι, εν πολλοίς, ποίηση πειραματική, που τη συνέχει ή γοητεία των μη ευανάγνωστων ή και αυθαίρετων συνειρμών και η δυσκολία συνειδητοποίησης του ποιητικού αισθήματος, συνειρμοί που μετατρέπουν, όχι λίγες φορές, τον καθαρό ποιητικό λόγο σε μαθηματικό πρόβλημα. Αν ήταν τόσο εύκολη η ποίηση, θα μπορούσε να την «κατακτήσει» οποιοσδήποτε, αρκεί να ήταν εξοπλισμένος μ' ένα επαρκές λεξιλόγιο. Πολλοί γράφουν επιτούτου αναρχικά, για να μην... κατολισθήσουν ως ποιητές, σε περιοχές στερεότυπης «ανάγνωσης». Επιδιώκουν το υπονοούμενο — ή το παρανοούμενο — καταργώντας το... νοούμενο. Κυνηγούν την υπέρβαση, παραθεωρώντας τη... βάση. Είναι σκόπιμο αυτό; Είν' ένας λόγος... Εγώ το θεωρώ επικίνδυνο[…]
Δεν ξέρω αν με τον όρο «ποίηση», εννοούμε όλοι το ίδιο πράγμα.
Έχω την αίσθηση ότι στη συνείδηση του καθενός, ορίζεται διαφορετικά. Λίγοι έχουν κατανοήσει ότι η ποίηση, στον εσώτερο πυρήνα της, αποτελεί ένα εξαιρετικά σκοτεινό σύνορο, που θέτει προβλήματα ερμηνείας μη επιλύσιμα. Η ποίηση, αυτό το εκπληκτικό κοσμικό τοπίο, τότε μόνο δικαιώνεται, όταν η ψυχή είναι διατεθειμένη να την καταλάβει.


Προτείνουμε τη συλλογή αυτή και για τα πολύ όμορφα λυρικά της ποιήματα αλλά και για την εξαιρετικά κατατοπιστική εισαγωγή της, που εκτείνεται σε εύρος 13 σελίδων. Εξάλλου, ο κύριος Νικορέτζος έχει μια δόκιμη θητεία και στο χώρο της κριτικής της ποίησης (διατέλεσε, μεταξύ άλλων, επί μία εξαετία κριτικός ποίησης στο λογοτεχνικό περιοδικό Νέα Εστία). Βεβαίως, ο κύριος Νικορέτζος στην επόμενη συλλογή του «Οι κύκνοι δεν θα κλάψουν απόψε» (εκδόσεις Εντός, 2000), την οποία θα παρουσιάσουμε προσεχώς, δημοσίευσε ποιήματα αποκλειστικά σε ελεύθερο στίχο, πάλι με μια εκτενή εισαγωγή στην οποία δεν αναιρεί τις προηγούμενες τοποθετήσεις του για την ποίηση, αλλά κατορθώνει να δείξει πως πράγματι η καλή ποίηση ξεχωρίζει από την ουσία της και όχι από τη φόρμα με την οποία διατυπώνεται. Οι καλοί ποιητές -και κατά την πάγια άποψη της αρθρογράφου- οφείλουν να διαχειρίζονται επαρκώς τόσο την παραδοσιακή μορφή του στίχου, όσο και τον ελεύθερο στίχο, χωρίς να μεταπίπτουν ούτε στο κλισέ της «εύκολης» ρίμας, ούτε στην, εξίσου «εύκολη», πεζολογία.

Τέλος, δημοσιεύουμε, με την άδεια του ποιητή, ένα ποίημα γραμμένο σε κλασσική μορφή από τη συλλογή «Λευκή συμφωνία» το οποίο ξεχωρίσαμε για το θέμα και τη διατύπωσή του:



F ) Β «ΝΑΒΟΥΧΟΔΟΝΟΣΟΡ»



Στον Άγγελο Σ. Βλάχο



Μ' εξήντα πέντε πέτρινα φουγάρα
και τρεις αντένες πίσω στα πρυμνά
σαλπάρησε το «Ναβουχοδονόσορ»
το πλοίο που δεν πάει πουθενά...

Χρόνια πλανιέται δίχως επιβάτες
κι έχει στ' αμπάρια πίσσα και μπετόν
και το κατάστρωμα του είναι γεμάτο
με τις ψυχές των άσημων ποιητών...

Οι στίχοι τους τρικλίζουν μεθυσμένοι
σαν ανθρωπάκια μαύρα σε cartoon
κι όλο γυρεύουν της αθανασίας
κάποιο λιμάνι ν' αποβιβαστούν...

Όμως μια ξέρα στ' άγναντο δε βρίσκουν
μόνο νεκρούς απ' τον «Τιτανικό»
κι απελπισμένες ψάχνουν οι ψυχές τους
μιας χίμαιρας να βρουν το ιδανικό...

Είν' όλοι τους οχτώ χιλιάδες έξι
στη γη που δεν τους διάβασε κανείς
κι ένας εγώ στην όχθη που προσμένω
γραμμένος σε μια λίστα αναμονής...

Πλοίο τρελό, μ' αλλόκοτο φορτίο
στην ουτοπία χάνεται και σβεί,
χρόνοι ληστές αφάνισαν τους στίχους
κι οι ποιητές απόμειναν βουβοί...

Μ' εξήντα πέντε πέτρινα φουγάρα
και τρεις γοργόνες πίσω στα πρυμνά
ναυάγησε το «Ναβουχοδονόσορ»
το πλοίο που δεν πήγε πουθενά.

23.3.1997
Δημήτρης Νικορέτζος




                                                                Σοφία Κολοτούρου, για το www.lexima.gr

2004


επιστροφή

άρθρα