Γ. ΝΙΚΑΣ - ΞΕΝΟΙ ΛΥΡΙΚΟΙ

 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΟΤΑΜΟΣ 2003, σελ. 248

            Η αναβίωση του ενδιαφέροντος για τη λυρική ποίηση στην Ελλάδα άρχισε να παρατηρείται τη δεκαετία του 1990. Ιδιαίτερη συζήτηση προκάλεσε μια μικρή συλλογή που εκδόθηκε το 1993 και ονομάστηκε Τριώδιο (των Δ. Καψάλη, Η. Λάγιου και Γ. Κοροπούλη) και περιείχε ποιήματα γραμμένα σε κλασσική φόρμα. Σήμερα, δέκα και πλέον έτη μετά την έκδοση του Τριωδίου, θεωρούμε ότι η λυρική ποίηση αρχίζει να επανατοποθετείται στη θέση που της αξίζει, ως ισότιμου εταίρου της ποίησης που γράφεται σε ελεύθερο στίχο.
           Στην περίπτωση της λυρικής ποίησης, το στοίχημα βρίσκεται στην επαναδιατύπωσή της, έτσι ώστε να απαλλαγεί από τις βαρύγδουπες και υπερβολικά ρομαντικές λέξεις και εκφράσεις, που παραπέμπουν σε παλαιότερες εποχές. Αυτό το στοίχημα γίνεται ακόμα πιο δύσκολο στην περίπτωση που πρόκειται για ξένη (μεταφρασμένη) ποίηση.
           Σύμφωνα με το γνωστό (αφ)ορισμό του Φρόστ: «Ποίηση είναι αυτό που χάνεται στη μετάφραση». Προσωπικά, ανήκω σε εκείνους που σπάνια απολαμβάνουν τις μεταφράσεις ξένων ποιητών, ιδιαίτερα όταν γράφουν σε κλασσική μορφή στίχου. Σε αυτήν την περίπτωση είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς τη μουσικότητα και το ρυθμό του στίχου, εκτός αν έχει γίνει εμπνευσμένη μετάφραση (σωστότερα, «μεταγραφή», κατά τον Ελύτη, που πίστευε ότι ο καλός μεταφραστής ουσιαστικά ξαναγράφει το ποίημα από την αρχή σε μιαν άλλη γλώσσα).
           Από τις πλέον εμπνευσμένες πρόσφατες μεταφράσεις ξένων λυρικών ποιητών (μαζί με εκείνες του Γ. Κοροπούλη προ διετίας) είναι οι «μεταγραφές» του Γ. Νίκα. Ο Νίκας μας εισάγει στην ποίηση πολλών Αγγλόφωνων και Γαλλόφωνων ποιητών, όπως της Emily Dickinson, του W.H. Auden, του Malarme, του Verlaine, του Ezra Pound, του e.e. cummings, των αδερφών Bronde και πολλών άλλων. Προσωπικά απόλαυσα την απόδοση του W.H. Auden, που συνοδεύεται και από λίγα, αλλά κατατοπιστικά σχόλια, καθώς και της Emily Dickinson, ενώ ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή με το έργο της Dorothy Parker. Η τελευταία με εξέπληξε με τα σύντομα και δηκτικά σχόλιά της, όπως φαίνεται και από το παρακάτω απόσπασμα:

Το ακουαφόρτε είναι πικρό,
σου καίει το λαρύγγι.
Το ξυραφάκι κοφτερό
και η θηλιά σε σφίγγει.
Τα όπλα είναι παράνομα
και τα χαπάκια επίσης,
Βρωμάει το γκάζι άσχημα.
Καλύτερα να ζήσεις.

           Πιστεύω ότι ο μεταφραστής Γ. Νίκας έχει αντιληφθεί τις απαιτήσεις της εποχής και έχει κατορθώσει να αποδώσει τους ξένους λυρικούς σε σύγχρονη γλώσσα, απαλλαγμένη από περιττά ψιμύθια. Γι' αυτό και προτείνω ανεπιφύλακτα το διάβασμα αυτής της συλλογής. Αρνητικά σημεία δεν εντόπισα, εκτός ίσως από την επιλογή ορισμένων ποιητών, όπως του Charles D'Orleans, που βρίσκεται πρώτος στον κατάλογο της συλλογής, ίσως και επειδή είναι ο παλαιότερος χρονολογικά (1394-1465). Νομίζω ότι η θεματολογία του D'Orleans είναι αρκετά πεπαλαιωμένη και αυτό γίνεται αντιληπτό, παρά τις προσπάθειες του μεταφραστή. Επίσης, με ξενίζει η απόδοση «Ινκγλιτέρα», της γαλλικής λέξης Angleterre (=Αγγλική Γη), που, απ' όσο γνωρίζω, αναφέρεται στην Αγγλία, της εποχής του ποιητή βεβαίως. Η άποψη άλλων μεταφραστών θα ήταν χρήσιμη εδώ.
            Ολοκληρώνοντας αυτήν την παρουσίαση, σημειώνω ένα απόσπασμα του W.H. Auden, το οποίο μου αρέσει πολύ και νομίζω ότι είναι εξαιρετικά επίκαιρο και σήμερα:

                 Ο Μέσος Άνθρωπος

            Σαν σκλάβοι δούλευαν οι γέροι του οι γονιοί,
            για να μπορέσει ο κανακάρης τους να βγει
            στον κόσμο κι ένα επάγγελμα να ακολουθήσει,
            που πλούτη και ραχάτι να του εξασφαλίσει.  

            Από την άκρατή τους τη φιλοδοξία,
            το δόλιο χωριατόπαιδο έπαθε ασφυξία.
            Δεν εδημιούργησε αξιόλογη καριέρα.
            Μόνο ένας ήρωας θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα.

            Έτσι βρέθηκε χωρίς χάρτη κι εφόδια,
            μίλια από την κοντινότερη πόλη μακριά.
            Ο καυτός ήλιος έκαιγε τα σωθικά του.

            Ήταν αβάστακτη η σιωπή. Κοιτώντας κάτου
            είδε ενός Μέσου Aνθρώπου την αχνή σκιά
            να κάνει θαύματα και το ‘βαλε στα πόδια.

 


                                                                     Σοφία Κολοτούρου, για το www.lexima.gr
2004


επιστροφή

άρθρα