ΤΑΣΟΣ ΠΑΠΠΑΣ - ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ

Ο Τάσος Παππάς γεννήθηκε το 1921 και (σύμφωνα με ανεξακρίβωτες πληροφορίες) απεβίωσε το 2001. Η γνωστότερη συλλογή που κυκλοφόρησε ήταν τα “Τραγούδια του Παθανάρες” το 1948. Κατά τη δημοσίευση αυτής της συλλογής, ο ποιητής ανακοίνωσε πως επρόκειτο για τα Τραγούδια ενός Μεξικανού ποιητή, του Παθανάρες και ότι ο ίδιος απλώς τα μετέφρασε στη γλώσσα μας. Αν και τα ποιήματα αρχικά έγιναν δεκτά με ενθουσιασμό από τη φιλολογική κοινότητα, στη συνέχεια και όταν αποκαλύφθηκε η απάτη, ο ποιητής αγνοήθηκε πλέον από τους κριτικούς, με αποτέλεσμα να παραμείνει, (κατά την προσωπική μου γνώμη) πολύ παραγνωρισμένος.
Τα ποιήματα του Τάσου Παππά τα εντόπισα αρχικά σε κάνα δυο ανθολογίες ποίησης κι έπειτα σε κάποια ποιήματα που μου έστειλαν από το διαδίκτυο (κυρίως ο κ. Ανυφαντής από την Καρδίτσα και τον ευχαριστώ πολύ). Τον ξεχώρισα αμέσως για το ύφος του (ο ρυθμός του θυμίζει σε μένα καλπασμό αλόγων κατά την απαγγελία), τη σύγχρονη γλώσσα του, τις ρίμες, και τα πρωτότυπα (για το 1948 τουλάχιστον, αλλά και για σήμερα πιστεύω) θέματά του.
Στη συνέχεια μίλησα με όσους πιθανόν να γνώριζαν περισσότερα για εκείνον, αλλά ελάχιστες επιπλέον πληροφορίες κατόρθωσα να συγκεντρώσω. Ούτε την περίφημη συλλογή του Παθανάρες δεν έχω κατορθώσει να βρω ολόκληρη. Γι? αυτό θέλησα τώρα να σας παρουσιάσω μερικά από τα ποιήματά του, ώστε να έρθουν σε επαφή με την ποίησή του και κάποιοι νεώτεροι αναγνώστες, αλλά και για να συλλέξω πληροφορίες από όσους τυχόν έχουν έρθει σε επαφή με το έργο του και το εκτιμούν όσο εγώ.


ΕΝΑΣ ΚΑΒΑΛΑΡΗΣ ΑΠ ΤΗ ΔΥΣΗ


Τρεις σκηνές στημένες όπως - όπως
στην κορφή του ανέμου, ένα κακό
πέρασμα και γύρω αυτός ο τόπος
σάμπως παραμύθι εφιαλτικό


Δυο πιστόλια εβγήκανε στο λόττο
τρεις λαχνοί και μέσα ο τυχερός.
Λείπει ο Τέξ . Τι τύχη! Με το πρώτο
βόλι τους σωριάστηκε νεκρός.


Δίπλα στους κροτάφους μου σαν αίμα
η φωνή του επάγωσε η ζεστή
κι’ αν νεκρός δεν έλεγε απ’ το βλέμμα
το κρυστάλλινό του να σβηστεί.


Ένας καβαλάρης απ’ τη δύση
έρχεται καλπάζοντας , κι ως μια
φλόγα , που απ’ το γέρμα έχει πηδήσει
καταχτάει της πάμπας την ερμιά


Κι έτσι χτυπημένος από πίσω
με του ήλιου τα βέλη τ’ αργυρά
κάτω απ’ της παλάμης του το γείσο
χώριζε απ’ τον ήλιο καθαρά…


Τρεις σκηνές στημένες όπως –όπως
σε μια απόσταση όλες στη σειρά
άδειασαν την πλήξη τους κι ο τόπος
γιόμισε προαισθήματα πικρά…


Θα σταθεί στη δεύτερη; Παγώνει,
κρέμεται απ’ τα βλέφαρα η ψυχή
Θα σταθεί στη δεύτερη παγώνει
τούτη η σύγκρυα απαντοχή.


Πέρασε σαν διάνεμα του αγέρα,
μές στην αγωνία μας σκοτεινή
φρίκη ορμάει στη δεύτερη μα πέρα
κι απ’ την τρίτη εχάθηκε σκηνή.


Τον κατάπιε η πάμπα μα εδώ γύρω
στοίχειωσε ένας ίσκιος παγερός.
Δυο πιστόλια εβγήκανε στον κλήρο
Λείπει ο Τέξ, ποιος θα ναι ο τυχερός;


ΝΤΟΛΟΡΕΣ


Στη φαντασία τους ασελγούνε οι κάκτοι
πέρα από τη φάρμα. Η νύχτα είναι σα μια
τρομαχτική και ωραία λιποθυμιά
κάτου απ’ του φεγγαριού τον καταρράχτη


Πώς να χωρέσεις κάλλιο μην ερχόσουν
σε τούτη την ελάχιστη στιγμή.
Κι έτσι κυνηγημένος, τρέμεις μη
Και τα φιλιά μου ακόμη σε προδώσουν!


Σαν το βαθύ χαμόγελό σου, κι όπως
χαράζει απ’ τους μαιάνδρους της σγουρής
γενειάδας σου απαράλλαχτα θαρρείς
οι κάκτοι ανθούν , κι ημέρωσε ο τόπος.


Τρεις μήνες αγωνίας, κι εσύ αφήκες
Να κοιμηθούν σε μόνη μια βραδιά:
Αν σου έχει λείψει η φλόγα απ’ την καρδιά
πάρ την απ’ τις ζυγές πιστολοθήκες


και χτύπα με. Περσότερο από χίλια
πέζος, σου αποτιμούν την κεφαλή…
Κάθε μια νέα σου δόξα αντιλαλεί
η έρημος σε διακόσια τόσα μίλια


Μια γη από πέτρα κίτρινη, κι αγκάθι
σε βύζαξε. Έρωτα μου. Είναι βαρύ
το χρέος σου σε μια γη φαρμακερή
που ανθούν οι κάκτοι αντάμα με τα πάθη!


«Κι αν μ’ αγαπάς παράφορα, με κάνεις
να πλήττω , όταν το ακούω τόσες φορές! »
Μα διάβολε, μικρή μου Ντολορές,
πως θα με πείσεις, δίχως…να πεθάνεις!»


ΚΑΚΤΟΙ


Κάκτοι απά στους βράχους, κάκτοι ολόγυρά τους
Μ’ άγριο φράχτη, οι κάκτοι σ’ έζωσαν παντού!
Τρόχιζαν οι κάκτοι τα γυμνά σπαθιά τους
στη χρυσήν οπλή του φεγγαριού.


Σε παραμονεύουν σκυθρωποί
Κάτω απ’ το κατάπληχτο φεγγάρι.
Κράτα το άλογό σου Καβαλάρη
Στης στερνής σου νύχτας την καμπή.


Πως θα το περάσεις το πλατύ
που άνοιξε η ναβάγια σου ποτάμι;
Χείμαρρος στ’ αχνάρια σου έχει δράμει
Κι’ αίμα ,το αίμα που χυσες ζητεί.


Κρουσταλλώνει η πάχνη των βουνών
Τ άκουρα μαλλιά σου και τα γένια
Σε γκρεμούς σε φέρνουν φιλντισένια
Τα ίχνη τραγικών καραβανιών.


Κάκτοι απά στους βράχους, κάκτοι ολόγυρά τους
Μ’ άγριο φράχτη, οι κάκτοι σ’ έζωσαν παντού!
Τρόχιζαν οι κάκτοι τα γυμνά σπαθιά τους
στο γυμνό κρανίο του φεγγαριού.


Κάλλιο στην αγχόνη σου να πας,
πέρα απ’ τ’ αδυσώπητα αυτά μέρη.
Θάχεις έναν τάφο και θα ξέρει
Που να κλάψει εκείνη που αγαπάς.


Τώρα δε σου απόμεινε παρά
Μια στερνή σου ελπίδα ίδια με τύψη
το άθλιο σου κρανίο για να συντρίψει
μες στα βράχια αυτά τα κοφτερά….


Κι ως η παντοδύναμη Σιωπή
διώξει αυτά τα σχήματα που τρέμεις,
κόντωρας θα πέσει γυμνολαίμης
τα σβησμένα μάτια σου να πιεί.


Κάκτοι απά στους βράχους, πετρωμένοι γρίφοι!
Τον κακό τους ίσκιο πήρε η χαραυγή
Κι έκρυψαν οι κάκτοι τα γυμνά τους ξίφη
Κάτω απ’ τη βαθιά τους συλλογή.


ΚΟΥΚΑΡΑΤΣΕΑ

Μαύρο χιόνι η νύχτα κατεβαίνει
στο αίμα μου, ποιος άναψε εδώ χάμου
μια φωτιά, που τρώει και δε χορταίνει
καίει, μα δε ζεσταίνει την καρδιά μου!


Τα μαλλιά της ρίχτε να φουντώσει
τούτη η φλόγα, ρίχτε τα φιλιά της
να ψηθούν στη θράκα, έχω παγώσει
ν’ αγκαλιάζω μόνο τ’ όνομά της!


Το φεγγάρι σέρνει σα μαγνήτης,
Τα νερά της λίμνης , κι από πάνου
Τα βουνά σαν ήχοι ενός τυμπάνου,
Πέφτουν στην υδάτινη ψυχή της.


Έννοια σου, τρελή Κουκαρατσέα,
κι ένα ωραίο μονόπετρο από πάγο
κι αίμα, αυτή τη νύχτα σου φυλάγω
και θα σου πηγαίνει τόσο ωραία!


Με μια βλεφαρίδα έχουνε δέσει
φεγγαριού το μάτι του, - φαντάσου
με τι νοσταλγία θα το φορέσει
στο μικρό της δάχτυλο η καρδιά σου!


Κι έτσι αργά, ποτίζοντας τα φύλλα,
Κι ως τη ρίζα πέφτοντας σα στάλα
μέλι απ’ το λεπίδι , τα μεγάλα
βάθη θα σου ανοίξει της Τζουαλίλα.


Στάζει απ’ το μαχαίρι μου ένας τόσο
ήπιος ύπνος, παίζει στα νερά του
το φεγγάρι , δείχνοντας ως κάτου
το βυθό που πάω να σ’ ανταμώσω!


ΠΑΙΓΝΙΔΙ ΤΟΥ ΠΕΤΑΛΟΥ


Παίζει τ’ αλογάκι μου με τα πέταλά του
Και χορεύουν στο αίμα του τα βουνά κι οι τόποι
Πάνω σ’ ένα πέταλο, κι άλογα κι ανθρώποι
Τη ζωή μας παίζουμε εδώ κάτου.


Διασκεδάζουν ώρες τα παιδιά
ρίχνοντας το πέταλο – ούτε λέξη
για το σύντροφό μας που ‘χε παίξει
κι έχασε την ίδια του καρδιά.


Μέσα σε μια μέθη ερωτική
μάτωσε ο Κεντάκυ τ’ όνομά του.
Το παιγνίδι ετούτο του θανάτου
σ’ όλους μας πρωτάρχισε από κεί.


Κι έτσι με μιάν άπιστη καρδιά
Κάτω απ’ το σπιρούνι και την τρέλα
του όρθια απά στου αλόγου του τη σέλλα
βγήκε έξω από το νόμο μια βραδιά.


Παίζει το αλογάκι μου με τα πέταλά του
και κοπάδια αλλόφρονα φεύγουν γύρω οι τόποι.
Πίσω από ένα πέταλο, κι άλογα κι ανθρώποι
Κυνηγούμε το άστρο μας δω κάτου.


Της Σελήνης γύρω ο πυρετός
Καβαλάρη κι άλογο εμεθούσε
κι όμοια η Πολιτεία τον κυνηγούσε
όπως τ’ άλογό του ο κουρνιαχτός.


Τον ξεχάσαν κιόλας τα παιδιά
ρίχνοντας το πέταλο – μονάχο
τον αφήκαν κάτου από ένα βράχο
μ’ ένα γύπα επάνω στην καρδιά.


Πάνω από το γέλιο ενός νεκρού
πέρνα τ’ άλογό σου, έτσι μοιραία
κάποτε θα σμίξει όλη η παρέα
στα φαράγγια εκεί του φεγγαριού.


Παίζει τ’ αλογάκι μου ορθό και τα πέταλά του
σκάνε απά στου φεγγαριού το ασημένιο φρύδι.
Μ’ ένα μισοφέγγαρο τούτο το παιγνίδι
παίζει ο Παθανάρες στα βουνά του.


Σοφία Κολοτούρου για το Ποιείν, 5/3/2007
http://www.poiein.gr/archives/830/index.html


επιστροφή

άρθρα