ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΥΣΣΑΣ - ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ

 Ο Δημήτρης Φύσσας είναι πιο γνωστός ως πεζογράφος, ειδικά μετά την έκδοση του βιβλίου του “Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος”, που κυκλοφόρησε προ διετίας από την Εστία. Ωστόσο εγώ τον πρωτοσυνάντησα ως ποιητή στο ίντερνετ, μέσα από την προσωπική του σελίδα και η ποίησή του μου τράβηξε την προσοχή και με κέρδισε πολύ προτού τον γνωρίσω και από κοντά και γίνουμε φίλοι. Παρόλο που χειρίζεται με επιδεξιότητα και τις παραδοσιακές και τις ελεύθερες μορφές του στίχου, λόγω των προσωπικών μου κλίσεων και προτιμήσεων σας παρουσιάζω εδώ μερικά παραδοσιακά ποιήματα (“παλαιόμορφα” τα ονομάζει εκείνος), με την προτροπή όσοι θέλουν να δουν εκείνα που έχει γράψει σε ελεύθερες μορφές να ανατρέξουν στη σελίδα του που είναι:


http://www.dimitrisfyssas.gr/


Σας παρουσιάζω στη συνέχεια 5 ποιήματα, τα 3 εκ των οποίων είναι μπαλάντες και με τράβηξαν ιδιαίτερα γιατί, παρόλη την αυστηρή δομή τους (μάλιστα με δεκάστιχες στροφές, και όχι τις πιο απλές οκτάστιχες), έχουν απόλυτα σύγχρονες εκφράσεις και περιεχόμενο. Νομίζω πως μέσα από τα ποιήματα αυτά βλέπουμε πως ο λυρισμός μπορεί να έχει θέση και στην κυνική εποχή μας, του 21ου αιώνα, αλλά και σε όλες τις εποχές.

ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ


Με την απόλυση πού τράβηξα, πού πήγα
Ήταν παράξενη η ζωή στη Φυλακή
Λίγα ήτανε τα ρούχα, τα λεφτά μου λίγα.
Τώρα, τέλος τα εθνόσημα, στο χέρι το Χαρτί-
Ήτανε (μα τελείωσε) γερό το πατιρντί.
Και τώρα πια που επέστρεψα στην πόλη
Θα ΄πρεπε να ΄ταν ο καιρός για σχόλη
Κι όμως, γι΄ άλλα τυρβάζω, αλλού τον πάω το νου:
Κοφτές ματιές, φάτσες μες στη φορμόλη:
Το υπονομευμένο «Γεια σου-» του στρατού.


«Άμα μου φας την έξοδο, σου τρώω τη δική σου»
Και τσακωμοί στα νούμερα για τη σκοπιά
Μια θέση με το τραμ του παραδείσου
Είναι ο συνεχής ο ύπνος στα κλεφτά
(Κι άσε την έφοδο να θέλει συνθηματικά)
Το τζιπ της Ασφαλείας να κόβει βόλτες
Και στη σκοπιά ο χειμώνας δίχως πόρτες
Μα κουβαλάς καφέ κατά του πυρετού
Και προετοιμάζεις, φουσκώνοντας καπότες,
Το υπονομευμένο «Γεια σου-» του στρατού.


Να κι ο Υποσμηναγός με την ποινή στο στόμα
Όλοι λένε «Από μένα την έχει βάψει
Τον πούστη, θα τον κάνω λιώμα»
(Σαν απολύονται τον έχουνε ξεγράψει
Μόνο που υπό το τζόκεϊ τούς είχε κάψει).
Μετράς τις μέρες, βλέπεις πλησιάζουν.
Καινούργιοι μπαίνουν, νέα παιδάκια σπάζουν
Να βγάλουν το μάτι ο ένας του αλλουνού
Προσχωρούν στις καχύποπτες φιλίες. Κι αρπάζουν
Το υπονομευμένο «Γεια σου-» του στρατού.

Τρεις μήνες τελειωμένος ήσυχα κοιμάμαι
Κι ωστόσο βέβαια πολύ καλά θυμάμαι
Θρονιασμένο στη μέση του μυαλού
Εγκάρδιο τάχα, αυτό που εντέλει όλοι μας κρατάμε
Το υπονομευμένο «Γεια σου-» του στρατού.


Μπαλάντα: τριανταπεντάστιχο ποίημα, δυτικής προέλευσης, και ρσμένης μοερφής: τρεις δεκάστιχες και μία πεντάστιχη στροφή, με προκαθορισμένες ομοιοκαταληξίες και επανάληψη του τελευταίου στίχου (επωδός)
Παρακαλούνται οι αναγνώστριες, εάν επιθυμούν πληρέστερη κατανόηση, ν΄ απευθυνθούν σε κάποιον άντρα που να έχει υπηρετήσει στρατιωτική θητεία, ει δυνατόν μάλιστα στην Αεροπορία
Φυλακή: Η Ποινική Φυλακή της Αεροπορίας βρισκόταν στην 129 Π.Υ., στο Ελληνικό Αττικής
Χαρτί: της απόλυσης, του τέλους της θητείας από την Αεροπορία
τυρβάζω: ασχολούμαι
τζόκεϊ: το καπέλο που συνοδεύει τη φόρμα αγγαρείας


ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΑ


Δεν «έχω άλλο στο νου μου πάρεξ …γλώσσα»
Μια γλώσσα για τις νέες καταστάσεις
Που δε θ΄ αρκείται πια στα «όσα - όσα»
Αλλά θα καταγράφει τις ενστάσεις
Του νου μου τις απρόβλεπτες διαστάσεις,
Αφού σωριάστηκε η ζωή μου κάτω
Και πλέον μού σερβίρουν άδειο πιάτο
Κι η γλώσσα της παλιάς αναμελιάς μου
Δεν επαρκεί, γιατί έχω πιάσει πάτο-
Σαββατοκύριακα της μοναξιάς μου.


Κουτσά στραβά, περνούν οι άλλες μέρες
Δουλειές, κι άλλες δουλειές, μετακινήσεις
Η μια την άλλη ακολουθούν, αιθέρες
Δε βγαίνουν άπ΄ το σπίτι μου ειδήσεις
Αλλά επιτίθενταί μου οι αναμνήσεις.
Τ΄ άδειο δωμάτιο λίγο με κρατάει
Συνέχεια φεύγω, πέτρα που κυλάει
Δέσμιος πορεύομαι της πυρκαγιάς μου
Ξανά στους δρόμους, κι όπου, κι όσο πάει-
Σαββατοκύριακα της μοναξιάς μου.


Όμως τα Σαββατόβραδα όλα αλλάζουν
Οι ώρες οι δικές μου δεν περνάνε
Ζευγάρια και παρέες αλαλάζουν
Κάτω από το μπαλκόνι μου γυρνάνε
Στα μπαρ, στα θέατρα και στα κλαμπ τραβάνε.
Άσε οι εκδρομείς της Κυριακής
Τ΄ αυτοκίνητα φορτώνουνε νωρίς
(Τους βλέπω από το ύψος της «σκοπιάς» μου)
Επιστρέφουν σκονισμένοι κι ευτυχείς.
Σαββατοκύριακα της μοναξιάς μου.


Τα ίδια στις γιορτές και στις αργίες
Γυναίκες, φίλοι και παιδιά: απουσίες
Που σβήνουν στην αχλύ της καταχνιάς μου
-Μπαλάντες γράφω, του αναγνώστη ανίες-
Σαββατοκύριακα της μοναξιάς μου.


πάρεξ γλώσσα: παράβαλλε «Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;», από το «Διάλογο» του Σολωμού
πάρεξ: εκτός από, παρά μόνο
αχλύς: αχνάδα, θαμπάδα


ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΕ ΤΗΝ Κ.


Πάντα σε θέλω, μα δε θα ΄ρθω πίσω
Γιατί μεθαύριο θα σε ξαναχάσω
Δε γίνεται λοιπόν να μη σ΄ αφήσω
Μα πρέπει ωστόσο να σε ξεπεράσω
Για αυτό αποχαιρετώ, και πάω πάσο,
Κι αφήνω όλη τη δράση να κυλήσει
Τετελεσμένα πάνω μας να χύσει.
Τίποτα για το μέλλον δεν εικάζω
Μια μνήμη μοναξιάς πλένω στη βρύση-
Τον εαυτό μου μόνο εκβιάζω.


Ανησυχούν και κόπτονται οι γύρω
Και με λένε βιαστικό και προπετή
(Φοβούνται κι άλλους μήπως παρασύρω;)
Με οικτίρουν ως μαλάκα και αφελή:
(«Τα προσόντα του στο βρόντο… Τι ωφελεί;»)
Χαμπάρι δε σκαμπάζουν τι συμβαίνει
Καμιά υπόθεσή τους δεν τους βγαίνει.
Φαντάσματα δικά μου εγώ δαμάζω
Γιατί ο κόμπος μου ήταν πια στο χτένι?
Τον εαυτό μου μόνο εκβιάζω.


Ήσυχα ήσυχα λοιπόν τραβάω
Στην τρέλα μου επιμελώς θητεύω
Ψάχνομαι, αναρωτιέμαι, προσπερνάω?
Κι άλλοτε βεβαιότητες θηρεύω
Άλλοτε φωνασκώ? κι άλλοτε νεύω.
Η μοναξιά μου απρόβλεπτη ταινία
(Μονάχα ε σ ύ το ξέρεις προς τι η βία)
Κι όλοι απορούν σε τι προσιδιάζω
-Το σίγουρο είναι πως δε φέρνω ανία!-
Τον εαυτό μου μόνο εκβιάζω.

Γίνομαι καταγέλαστος, το ξέρω
(«Δεν κάνει ο κόσμος έτσι» - «Εγώ διαφέρω!»)
Απλώς στις διαψεύσεις μου τρομάζω
Για κανενός τα χρέη δεν επιχαίρω:
Τον εαυτό μου μόνο εκβιάζω.


προπετής (και προπέτης): θρασύς, αυθάδης, βιαστικός στην προφορική έκφραση

KKE


Την επανάσταση που θα ΄ρθει περιμένουν
Στο μεταξύ κατασκηνώνουν «στα Γραφεία»
Διαγράφοντας ο ένας τον άλλο με μανία
Σε συνελεύσεις με στημένα προεδρεία
Και σε αχτίφ με τα στελέχη να επιμένουν.


Μες τους καπνούς ζουν τις ζωές τους ξενυχτώντας
Mε «Ριζοσπάστη», μ΄ επετείους, με κουπόνια
Και με πορείες στην Πρεσβεία και στην Ομόνοια.
Με τα καθήκοντα, τούς φεύγουνε τα χρόνια
Αφίσες για τα Φεστιβάλ της ΚΝΕ κολλώντας.


Την κριτική σκέψη μισούν, κι ό,τι διαφέρει
Επιβραβεύοντας την ομοιομορφία.
Μέγας εχθρός η ατομική ελευθερία
Και η επάρατη αστική δημοκρατία
(Προς χρήση μόνο όταν -κι όπως- τους συμφέρει).


Και στο μυαλό τους όλα ταχτοποιημένα:
Για όλα φταίει ο καπιταλισμός κι η Δύση
Ιδιοκτησία και αγορά γεννούν τα μίση
-Αυταποδείκτως αυτονόητη η κρίση-
Εκ Μαρξ, εκ Λένιν και εκ Στάλιν δεδομένα.


Την Ιστορία, το παρελθόν επικαλούνται
Το Μπελογιάννη, την Ηλέκτρα, τον Πλουμπίδη.
«Ξεχνούν» βεβαίως Καραγιώργη κι Ασημίδη
Το Σπέρα, το Μαλτέζο, τον Αδραμυτίδη-
(Αυτοί υπήρξανε ποτέ; Ποιοι τους θυμούνται;)


Ναι, στο βουνό και στο Δεκέμβρη, όσο νικούσαν,
Και στις Λαϊκές Δημοκρατίες, για να κρατήσουν,
Πρώτη δουλειά την εξουσία τους να στήσουν
Όσους σκεφτόντουσαν αλλιώς να εντοπίσουν
Κι η ΟΠΛΑ δούλευε, έως ότου τους σιωπούσαν.


Την Επανάσταση που θα ?ρθει περιμένουν
Αλλά δεν είναι παρά κέντρο διερχομένων
(Κομματική περιουσία: το δεδομένον!)
Μια ψευδεπίγραφη φωνή κατατρεγμένων
Γι΄ αυτό ματαίως και ματαίως θα περιμένουν.


ΑΥΤΑΡΚΕΙΑ


Μήτσος Παπανικολάου, για το «Εσωτερικό»

 

Θα διαφύγω μέσα στο δυάρι
-Ζήτημα αυστηρά προσωπικό-
Σε κανέναν δε θα κάνω χάρη
Να με βλέπει ν΄ αποχαιρετώ


Θα είμαι μες στο χώρο τον οικείο
Και θ΄ ακούω ήχους που εννοώ:
Τα καλοριφέρ και το ψυγείο
Τις φωνές απ' το φωταγωγό.


Χειμωνιάτικο πρωί σα νύχτα,
Πίσω από του κόσμου τη βουή.
Πριν τα δάχτυλά μου πιέσουν πλήκτρα
Πριν το μάθημά μου διδαχθεί.


Πρωινατζούδες θα χασκογελάνε
Από των γειτόνων τα γυαλιά.
Νικημένοι μαθητές τραβάνε
Για να τους μαντρώσουν στα σχολειά.


Θα μ' αναζητήσουν στη δουλειά μου.
Κάποια γκόμενα ίσως ψυλλιαστεί-
Ίσως και κανένα απ' τα παιδιά μου
(Ίσως φέρουν το διαχειριστή).


Δε θα υπάρχει μέσα μου πικρία
Τη δουλειά έχω αντέξει φορτική
Με γραψίματα, ταινίες, βιβλία
Έχω βγάλει μια ζωή στεγνή-


Στα δωμάτια μέσα τα δικά μου
Στην αξιοπρέπεια τού “εγώ”
Στην επιλεγμένη μοναξιά μου
Στον εργένικό μου εγωισμό.


πρωινατζού: η παρουσιάστρια τηλεοπτικών εκπομπών της πρωινής ζώνης
γυαλί: η συσκευή της τηλεόρασης
ψυλλιάζομαι: υποψιάζομαι


Σοφία Κολοτούρου για το Ποιείν, 19/4/2007
http://www.poiein.gr/archives/931/index.html

 

 


επιστροφή

άρθρα