ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ, Nobel λόγω ατεχνίας (Ποιητική συλλογή), Τώρα που βραδιάζει πιο νωρίς (CD)

Το έργο του Δημήτρη Σολδάτου το παρουσιάσαμε για πρώτη φορά στο κοινό του Ποιείν πέρσι το καλοκαίρι (8 Ιουνίου 2007, δείτε και εδώ:


http://www.poiein.gr/archives/1039/index.html)


Από τότε, μεσολάβησε η βράβευσή του από την Ακαδημία Αθηνών, η οποία έγινε τον Δεκέμβρη του 2007, οπότε τιμήθηκε με το βραβείο Λάμπρου Πορφύρα για την συλλογή του Καφέ Ρετρό, εκδόσεις Ηλία Κοντογεώργη 2004, μέρος της οποίας είχαμε παρουσιάσει στο Ποιείν. Η φωτογραφία που συνοδεύει το σημερινό κείμενο είναι τραβηγμένη από την τελετή της βράβευσής του.
Στο ενδιάμεσο είχε ήδη κυκλοφορήσει ένα CD με στίχους δικούς του και μουσική του Χρυσόστομου Κονιδάρη, με τίτλο: “Τώρα που βραδιάζει πιο νωρίς”. Επίσης, πριν από λίγο καιρό κυκλοφόρησε η νέα του ποιητική συλλογή, με τίτλο: “Nobel λόγω ατεχνίας” (Εκδόσεις Κονιδάρη 2008), η οποία περιλαμβάνει κυρίως έμμετρα σατιρικά ποιήματα, αλλά και διασκευές ποιημάτων ξένων ποιητών, καθώς και κάποια ελευθερόστιχα ποιήματα.
Θεωρώντας πως ο Δημήτρης Σολδάτος είναι και παραμένει σταθερά αξιόλογος ποιητής, όπως είχα γράψει και στο περσινό μου σημείωμα, επέλεξα τρία από τα ποιήματα της ποιητικής του συλλογής καθώς και δύο από εκείνα που μελοποιήθηκαν για να τα παρουσιάσω σήμερα στο κοινό του Ποιείν, με την προτροπή να αναζητήσουν το βιβλίο και το CD όσοι θέλουν να έχουν μια πληρέστερη εικόνα του ποιητικού του έργου.

Δημήτρης Σολδάτος Nobel λόγω ατεχνίας
Εκδόσεις Κονιδάρη 2008

ΑΠΟΜΥΘΟ-ΠΟΙΗΣΗ

Λάτρεις πιστοί της απιστίας,
δήθεν αμόλυντοι κι αθώοι
και συγγενείς εξ αγχιστείας
με το λοιπό ανθρωπολόι.

Τρώμε απ’ την πείνα που μας τρώει -
φταιν οι εποχές της ασιτίας
που σκεύη γίναμε αχρηστίας,
των ποιητών εμείς το σόι.

Τώρα ο Πήγασος μουλάρι.
Κι οι Μούσες κάνουνε σαφάρι
μέσα στη ζούγκλα του εαυτού μας.

Τώρα μια ποίηση για… γνώστες,
μέχρι που μόνοι αναγνώστες
θα ‘μαστε εμείς κάθε γρα-φτού μας!

ΛΟΓΩ 25ης ΜΑΡΤΙΟΥ

Στον Γιάννη Κυριαζή

Απ’ την εξέδρα ο ομιλητής λόγο διαβάζει.
Τους μαθητές όμως δεν νοιάζει η ιστορία
και η φωνή του σβήνει μες στην φασαρία.
«Παλαιών Πατρών» για ν’ ακουστεί βροντοφωνάζει
κι εκεί στην λέξη «Γερμανός» ανατριχιάζει:
μπίιιιπ κάνει ένα κινητό – άδεια μπαταρία!


Σφίγγει τα δόντια και πιο κάτω προχωράει.
Στάζει συγκίνηση η συνέχεια του λόγου.
Δίπλα η γυμνάστρια το στήθος άνευ λόγου
προτάσσει λίγο κι ο φιλόλογος κοιτάει,
μες στo βαθύ της ντεκολτέ η ματιά βουτάει –
σαν μια Σουλιώτισσα απ’ τον βράχο του Ζαλόγγου!


«Ζήτω το Έθνος!» λέει ο έρμος, μα ελπίδα
να τον προσέξουνε καμιά – ένας χασμουριέται!
Κάποιος χοντρός καθηγητής αναρωτιέται:
«Έθνος; Λες σήμερα να βγαίνει εφημερίδα;»
Κι ανατινάζεται, απ’ τη θέση του πετιέται –
σαν μια φλεγμένη απ’ τον Κανάρη ναυαρχίδα!


Κάπου εδώ τελειώνει ο λόγος του κυρίου
καθηγητή κι οι συναδέλφοι τον συγχαίρουν
χωρίς γιατί καλά καλά κι αυτοί να ξέρουν,
ενώ ορμάνε προς την πόρτα του σχολείου
με ουρλιαχτά οι μαθητές – να καταφέρουν
μια νέα έξοδο σαν του Μεσολογγίου!

ΚΑΤΌΠΙΝ ΕΟΡΤΉΣ


Χρόνια Πολλά! (Πόσα κιλά
στις ζυγαριές αθροίσατε;)
Πώς τα περάσατε, καλά;
Σουβλίσατε, σουβλίσατε;


Πέρασε το Πάσχα και οι χριστιανοί
γύρισαν με κέφι στις δουλειές τους.
Φάγαν του σκασμού,χωνέψανε τ’ αρνί
και τριπλασιάσαν τις διπλοκοιλιές τους.


Πέρασε το Πάσχα τόσο ειρηνικά,
μέσα σε φωνές κι αυγομαχίες…
Θύματα δυο-τρεις απ’ τα βεγγαλικά
κι απ’ τη μάσα κάτι οδοντοστοιχίες.


Πέρασε το Πάσχα και με το Χριστό
νεκραναστηθήκαν κι οι εμπόροι,
που το θρήσκο πλήθος έτρεξε πιστό
στους ναούς του Shopping, φέτος με το ζόρι.


Πέρασε το Πάσχα κι εν τω μεταξύ
έφτασε του Μάιου η χάρη.
Πιάνουν το μαγιόξυλο με το δεξί
τώρα ή ζευγαρώνουν όπως οι γαϊδάροι.


Αχ τι κόσμος Θεέ μου, σε χαρές φτωχός-
πλούσιος σε φόβο και σε πάθος.
Τόσο που έχει γίνει αβάσταχτα ρηχός
μια φτυσιά τού πρέπει-ν’ αποκτήσει βάθος!

CD: Τώρα που βραδιάζει πιο νωρίς
Πατήστε εδώ:


http://www.aap.gr/cd/lyrics.asp?id=


Στίχοι : Δημήτρης Σολδάτος
Μουσική: Χρυσόστομος Κονιδάρης
Αγχωμένα ανθρωπάκια

Όπου κοιτάξεις αγχωμένα ανθρωπάκια,
γυρνάν στους δρόμους σαν κινούμενοι αριθμοί.
Μες στο στρατόπεδο του κόσμου φανταράκια
που την θητεία τους ονόμασαν ζωή.


Και υπακούν σε λοχαγούς κι επιλοχίες,
που εδώ τους λένε προσωπάρχες, διευθυντές
Αντί σκοπιά βαράνε κόντρα υπερωρίες
χρωματιστά χαρτάκια παίρνουν γι' αμοιβές


Και δεν σηκώνουνε ποτέ τους το κεφάλι
γι’ απολυτήριο έχουν την ζωή την άλλη


Όπου κοιτάξεις αγχωμένα ανθρωπάκια
γυρνάν στους δρόμους, τι γυρεύουν για να βρουν;
Tα όνειρά τους δύο τρία πραγματάκια
Ίσα να βρίσκουν το κουράγιο για να ζουν

Τώρα που βραδιάζει πιο νωρίς

Τώρα που βραδιάζει πιο νωρίς,
θα ‘ρχεσαι συχνά στα όνειρά μου.
Θα κάθεσαι στο τζάκι της καρδιάς μου
πιοτό τις αναμνήσεις μου να πιεις


Τώρα που βραδιάζει πιο νωρίς,
βγαίνω έναν περίπατο στους δρόμους
και θα ‘σαι η καμπαρτίνα μου στους ώμους
Και η ομπρέλα μου στις στάλες της βροχής


Κι εσύ μην ψάξεις να με βρεις
εκεί θα είμαι πάντα.
Θα ‘μαι το φως της αστραπής
στην νυχτωμένη σου βεράντα.


Τώρα που βραδιάζει πιο νωρίς,
θα ‘σαι η νύχτα που θα μεγαλώνει,
το σύννεφο που θα μου φέρει χιόνι
ετούτες τις Γιορτές που δεν θα ‘ρθείς.


Τώρα που βραδιάζει πιο νωρίς,
θα σκέφτομαι πως πέρσι τέτοιο μήνα
κοιτούσαμε τα ρούχα στην βιτρίνα,
αυτά που φέτος γι’ άλλον άντρα θα φορείς


Σοφία Κολοτούρου για το Ποιείν, 24/5/08
http://www.poiein.gr/archives/2244/index.html

 


επιστροφή

άρθρα