ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ - ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ

Ξεκινώ από το δεδομένο ότι όλοι μας γνωρίζουμε την ποίηση του Βύρωνα Λεοντάρη. Σαφώς και δεν υπάρχει λόγος να τον παρουσιάσω εγώ στο κοινό του “ποιείν” – υπάρχει όμως η ανάγκη να φωτίσουμε πλευρές της ποιήσής του που δεν είναι και τόσο γνωστές στο ευρύτερο κοινό.
Και εννοώ φυσικά τα παραδοσιακά-ομοιοκατάληκτα ποιήματά του. Με κάποια έκπληξη τα ανακάλυψα κι εγώ πρόσφατα στη συλλογή “Ψυχοστασία” των εκδόσεων Υψιλον (Δεύτερη έκδοση, Δεκέμβριος 2006). Αποφάσισα να παρουσιάσω ορισμένα εδώ για να δούμε όλοι μας πως ένας μεγάλος ποιητής χειρίζεται και την παραδοσιακή μορφή της ποίησης, και μάλιστα στη δεκαετία του 50 (και του 60), δεκαετίες κατά τις οποίες υποτίθεται πως η επικράτηση του ελεύθερου στίχου στη χώρα μας υπήρξε σαρωτική…
Ή μήπως όχι; Μήπως τελικά δεν υπήρξε ποτέ ασυνέχεια στην ποίηση; Πάγια θέση μας είναι πως όλες οι μορφές και οι φόρμες είναι καλοδεχούμενες στην ποίηση, αρκεί να μην χάνεται ο ρυθμός, και το αποτέλεσμα να είναι όντως ποιητικό και επίσης το ποίημα να μπορεί να συγκινήσει ουσιαστικά και να προκαλέσει συναισθήματα και σκέψεις στον αναγνώστη. Όπως εμφανώς γίνεται με τα παρακάτω ποιήματα, που διαβάζονται σήμερα, 40 και 50 χρόνια μετά, σαν να μην πέρασε μια μέρα…


ΑΠΟΧΡΩΜΑΤΙΣΜΟΙ


Το δείλι σέρνεται κι αλλάζει πάλι δέρμα
Μες τις ψυχές μας, απαρνιέται όλα ξανά
τα χρώματά του – κι απομένουμε στεγνά
τοπία χωρίς αρχή και χωρίς τέρμα.


Γρίφοι λυμένοι και ξανά μπλεγμένοι
χτυπιόμαστε όλη μέρα σαν τυφλοί
για μια καλύτερη θεσούλα στο κλουβί
κι όλο βρισκόμαστε σφιχτότερα δεμένοι.


Στα λόγια σπάταλοι, φιλάργυροι όμως στο αίμα
κάναμε χάος το τοσοδά μας το μυαλό
-ο φόβος είναι θερμοκήπιο καλό,
ανθίζει σ' όλες του τις ποικιλίες το ψέμα.


Ακούς και δεν γνωρίζεις τ' όνομά σου,
κρυώνει η μοίρα που παλιά σου 'χε δοθεί
-σε ποιές λοιπόν παγίδες έχουμε συρθεί;
Μέγα κακό είναι ν' αρνηθείς τ' ανάστημά σου.


Δεν είναι ο κόσμος πείραμα στους τρόμους
του απείρου, όχι, δεν είναι δοκιμή.
Μπορείς να σέρνεσαι μια ολόκληρη ζωή,
υπογραφή δειλή μέσα στους δρόμους;


Θα 'ναι φριχτό να φύγουμε έτσι, δίχως
μια πίστη, έναν αγώνα, μια κραυγή
-άνθρωποι που πεθάναν δίχως μια αμυχή,
άνθρωποι που “διελύθησαν ησύχως….”


(από την “Ομίχλη του μεσημεριού”, 1959)


ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ – IV


Κάτοχος, φυσικά, και ξένης γλώσσης,
είκοσι χρόνων, με λεπτή κορμοστασιά,
μήνες και μήνες τρέχει για δουλειά.
“-Δυστυχώς, δεν εδόθησαν πιστώσεις…”


Πρόσωπα αγαπημένα, πρόσωπα χλωμά
-περηφάνιας γραμμές, μ? όλη την άλλη
δυστυχία σας στραμμένη από την άλλη-
μην κλαίτε. Αύριο ξανά, αύριο ξανά…


Σκάλες, ουρές, ουρές λογής λογής
χαρτιά κι αιτήσεις πάνω στις αιτήσεις.
Και να 'χεις τόσα, τόσα ν' αγαπήσεις,
είκοσι χρόνων, “στο άνθος της ζωής”…


(από την “Ορθοστασία”, 1957)


ΤΑ ΦΟΝΙΚΑ ΑΚΟΝΤΙΑ


Οι γέροι στα λεωφορεία
σηκώνουν όρθια τα παιδιά
-για μεταμόσχευση καρδιά
ψάχνει η Γηραιά Κυρία


Μισεί τα νιάτα η σάπια σάρκα
οι ανάπηροι βυσοδομούν
φτύνουνε τ' άνθη, βλαστημούν
τον έρωτα στα πάρκα


Μες το βυθό του Χειρουργείου
ανάβει ο Μέγας Αχινός
το κλομπ χτυπάει κι ο ουρανός
ανοίγει σαν κρανίο


Λουλούδια τέρατα εφιάλτες
αράχνες μαύροι προβολείς
-στο συρματόπλεγμα η βολή
καρφώνει δρομείς κι άλτες


Χτίζουν τους χτίστες τα ντουβάρια
οι ανεμόμυλοι φυσούν
τον άνεμο, θα καταπιούν
τη θάλασσα τα ψάρια


Ο χρόνος πρήζεται κολλάει
πάνω στους τοίχους, η καρδιά
βγαίνει τη νύχτα απ' τα κορμιά
και σαν σκυλί αλυχτάει


Τα πέλματα ρόδα ανοιγμένα
οι φλέβες άλυτες θηλιές
σπασμένες ραχοκοκαλιές
σαγόνια γκρεμισμένα


Αίματα και φτερά γεμάτα
βαριά ανεβαίνουν τα κλουβιά
στα ουράνια δώματα –πηδά
λυσσά από κάτω η Γάτα


Σειρήνες γέμισαν οι δρόμοι
φανάρια που αίμα πιτσιλάν
απ' τα καμιόνια τους πηδάν
γιατροί και νοσοκόμοι


με μάσκες και με δακρυγόνα
μα δε μαζεύεται ο Νεκρός
έγινε θάλασσα ουρανός
κι απλώνει στον αιώνα


(από την “Kρύπτη”, 1968)


Σοφία Κολοτούρου για το Ποιείν, 22/8/07
http://www.poiein.gr/archives/1292/index.html

 


επιστροφή

άρθρα