ΣΠΥΡΟΣ ΤΖΟΥΒΕΛΗΣ - ΟΜΟΙΟΚΑΤΑΛΗΞΙΕΣ

Σάββατο, σε μια από τις καθιερωμένες βόλτες μου στα βιβλιοπωλεία, έπεσα πάνω στο βιβλιαράκι του κυρίου Τζουβέλη (Τζουβελόπουλου), που είχε τον ελκυστικό αλλά και ελαφρώς παρεξηγήσιμο τίτλο: “Oμοιοκαταληξίες” (εκδόσεις Ιωλκός, 2005).
Οι αναγνώστες του Ποιείν, και όσοι με γνωρίζουν προσωπικά, ξέρουν πως ένας τέτοιος τίτλος ασφαλώς θα τραβούσε αμέσως την προσοχή μου. Υπήρχε όμως ο κίνδυνος να θεωρήσω πως πρόκειται για αφελή στιχάκια ημερολογίου ή για μια από τις συλλογές της σειράς που αναμασούν χιλιοειπωμένα λυρικά και ρομαντικά κλισέ, και που αντιστοιχούν στον κόσμο των περασμένων δεκαετιών και πάντως όχι στο 2007.
Χαίρομαι που ο κύριος Τζουβέλης διέψευσε τους φόβους μου και δημοσίευσε στα 80 του χρόνια (γεννήθηκε το 1925) στίχους σαν τους παραπάνω, που είναι –κατά την άποψή μου- ακριβώς το είδος της έμμετρης ομοιοκατάληκτης ποίησης που ταιριάζει στον 21ο αιώνα. Οι παρατηρητικοί αναγνώστες θα πρόσεξαν ήδη ότι ακόμα και η λέξη: “χέστο” στο τρίτο ποίημα είναι απολύτως ενταγμένη στη ροή του ποιήματος, όπως γίνεται και στη φυσιολογική καθημερινή μας ομιλία, χωρίς μολαταύτα να στερεί κάτι από το λυρισμό του.
Κλείνοντας, θα ήθελα να αντιγράψω της εξής σημείωση του ίδιου του κυρίου Τζουβέλη: “Ο τίτλος της συλλογής (ομοιοκαταληξίες) είναι δηλωτικός μιας απόπειρας επιστροφής στην ποιητική παράδοση. Αλλά και της αντίληψης ότι, τελικά, όλα τα πράγματα οδηγούνται στις ίδιες, ή σχεδόν ίδιες, καταλήξεις”.


ΣΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΤΗΣ ΟΡΛΕΑΝΗΣ


Στην πόρτα την πλατιά της Ορλεάνης
Κάθομαι τόσην ώρα και ρεμβάζω
Μπροστά μου ένας καφές κι ένας αλάνης
Στο διπλανό τραπέζι. Δεν ταιριάζω


Μ' αυτόν τον διάκοσμο. Ο καφές μαυρίζει
Μα η σκοτεινή μου μέρα δεν ασπρίζει.
Και να, κορμιά γυμνά και δουλεμένα
Τα ηδονικά ζεστά και υγρά τους μέλη


Με απίθανα ντυσίματα κρυμμένα
Περνούνε λικνιστή, χνουδάτη αγγέλη.
Και πόσο μοιάζουν! Αν διαφέρουν κάτι
Να ξεχωρίσει δεν μπορεί το μάτι.


Στην πόρτα και τη στάση της Ορλεάνης
Το πέρασμα εξετάζω κι ηρεμία
Για πάρτη μου προστάζω. Δεν το πιάνεις;
Μονάχα εσένα βλέπω κι είσαι η μία.

ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΝΥΧΤΑ


Δριμύς χειμώνας κι έρεβος, με μόνες
Λάμψεις τους σταλαχτίτες του χιονιού
Την υποψία κρυμμένου φεγγαριού
Πάνω στις παγωμένες ανεμώνες.


Το φως μας κόψανε κι ανάψαμε κεριά
Που κάποτε το τζάκι μας στολίζαν
Στα μπρούτζινά τους πόδια πάντα ελπίζαν
Την άχρονη να κάψουνε σκουριά.


Φλογίτσες, σαν τη σκέψη τρεμοπαίζουν
Αν είσαι ακόμα δέκτης προσκαλείς
Τ? άγνωστο, μα δεν φαίνεται κανείς
Κι οι λάμπες οι σβηστές σε περιπαίζουν.


Η νύχτα προσπερνάει τις τρεις φρουρές,
Στην τέταρτη αρχινάει να ξημερώνει.
Ανάτειλαν ξανά οι χαμένοι χρόνοι
Παγώνια ξανανοίγουν τις ουρές.


Μα είναι η φωνή τους φάλτσα και σε αγχώνει
Τ' ουράνιου τόξου θα 'λεγες κρωγμός
Αυτός που περιμέναμε χρησμός
Στο ξέφωτο διπλή στημένη αγχόνη.


Ωστόσο κάτι πρέπει να 'χει γίνει
Που αντίστρεψε τη σβούρα των ετών.
Κοίτα! Σημάδια από νυχιές αετών
Που σπάραξαν του ονείρου σου την κλίνη.


Ανοίγεις το παράθυρο και ιδού
Μια μουσική κατάλευκη ανεβαίνει
Κουβάρι οι δρόμοι, αντίστροφα δεμένοι
Με το τραγούδι ενός τυφλού αοιδού.

ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΣ ΣΤΟ ΑΣΥΛΟ

Είναι ακόμα καιρός
Και τρελλός επιμένω
Σε μια θάλασσα πλέω
Με το στέρνο ανοιχτό.


Ας ορίζει ο γιατρός
Στο κλινάρι να μένω
Δεν ταιριάζει να κλαίω
Και στοργή να επαιτώ.


Οι σφυγμοί σταματούν
Και τα πόδια λυγίζουν
Με προσπάθεια όμως, έστω
Μένω ολόρθος, στητός.


Τα όνειρά μου πετούν
Στις κορφές που γνωρίζουν
Το τρεμούλιασμα; Χέστο!
Βλέπω ακόμα το φως.


Μην ακούς, μην ακούς
Δεν με λιώσαν οι πόνοι
Μεσ' το λίγο που μένει
Της χαράς περπατώ.


Πολεμώ τους κακούς
Και δεν ξόφλησα ακόμη
Σε μια κώχη οργισμένη
Βρίσκω τόπο αρκετό.


Κάθε βράδυ μετρώ
Πόσο δρόμο έχω κάμει
Κι είναι λίγος, πιο λίγος
Από μια δρασκελιά.


Κι όπως στον πυρετό
Έχω πάλι αποκάμει
Μ' αλαφραίνει το ρίγος
Στη βαθιά του ύπνου σπηλιά.


Ένας φίλος θα 'ρθει
Απ? τον κόσμο τον έξω
- Ποιός μιλάει για τον Άδη;
Μέρα θα 'ναι γλεντιού


Μόνο εμέ θα πενθεί
Και για να τον προσέξω
Θα φοράει το σκοτάδι
Του στερνού φεγγαριού


ΣΕΛΙΔΟΔΕΙΧΤΕΣ


Οι πιο πολλές σελίδες
Των άγνωστων βιβλίων του βασιλιά
Δεν έχουνε κοπεί.
Έτσι οι σελιδοδείχτες
Χωρίς δουλειά
Δεν κάνουν προκοπή
Ούτε αγρυπνούν τις νύχτες.


Σοφία Κολοτούρου για το Ποιείν, 9/10/07
http://www.poiein.gr/archives/1416/index.html

 


επιστροφή

άρθρα