ΑΓΓΕΛΟΣ ΓΑΛΑΤΗΣ - ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ

Τον Άγγελο Γαλάτη τον γνώρισα κυρίως μέσα από τα τραγούδια του, που τα θεωρώ ισοδύναμα και ισάξια των καλύτερων στιχουργών μας. Αποτελεί μυστήριο για μένα το πώς δεν έχουν βρει το δρόμο προς τη μελοποίηση που τους αξίζει. Επειδή γνωρίζω προσωπικά και τον ποιητή –που με τιμά με την φιλία του εδώ και μια δεκαετία- είμαι πια πεπεισμένη πως αυτό οφείλεται στην απροθυμία του να εμπλακεί στο παιχνίδι των δημοσίων σχέσεων.
Εδώ στο Ποιείν, είναι η πρώτη φορά όπου παρουσιάζεται με το ονοματεπώνυμό του. Μέχρι τώρα, ήταν γνωστός στο διαδίκτυο ως Blue Dream, μέσα από την –πολύ αξιόλογη- σελίδα του “Ταξιδεύοντας” ( http://www.geocities.com/enosieve/ ) όπου έχουμε δει πολλές πλευρές του, του στιχουργού, του ποιητή, και ακόμα του “Παραμυθά”, του ανθρώπου που αρέσκεται να λέει ιστορίες, εκεί όπου η αλήθεια συναντά τον μύθο και διαπλέκεται γοητευτικά.

Η επιλογή του υλικού από έναν τόσο πολύπλευρο και πολυτάλαντο άνθρωπο είναι πολύ δύσκολη. Για αρχή, προτίμησα να παρουσιάσω στο κοινό του Ποιείν 4 ποιήματα και 4 τραγούδια του ποιητή, ενώ διατηρώ την επιθυμία σε ένα δεύτερο χρόνο να σας παρουσιάσω και κάποιες από τις ιστορίες του.


Κήπος μυστικός


Κήπος μυστικός στην άκρη
μιας πτυχής τού χρόνου
που όλα παγώνουν εκεί
σα να σταμάτησε η ζωή τους
για να ζήσουν.


Ρόδα, τουλίπες, υάκινθοι
μικρά πράσινα και κίτρινα
σκαθάρια πάνω στα φύλλα
κήπος μυστικός, παράδεισος,
Εδέμ για κολασμένους
για αθώους και για ένοχους.


Κήπος μυστικός στο πόδι
τού βουνού ενός κόσμου
που κλείνει μέσα του
ατέλειωτα περάσματα
διάσπαρτα με χερουβείμ
που ψέλνουν την αγάπη.


Άστρα λυχνάρια αγκαλιές
παράξενα πουλιά τού νόστου
φωνές από ρυάκια που στο ποτάμι
εισχωρούν εκβάλλοντας
στην υδάτινη σάρκα του
τον κελαριστό τους οργασμό.


Κήπος μυστικός στη δίψα
καλοκαιρινού απομεσήμερου
μεσουράνημα ερωτικό που
ξημερώνεται από ανατολή
σε ανατολή ξαποσταίνοντας
κάθε ηλιοβασίλεμα.


Φρούτα εξωτικά φιλιά
καρποί τής λησμονιάς
δροσοσταλίδες διαρκείας
μιας παρατεταμένης άνοιξης
που κουβαλάει ευωδιές
και χρωματίζει τα περιβόλια.


Κήπος μυστικός στην άκρη
μιας πτυχής τού χρόνου
που όλα γιορτάζουν εκεί
σα να συνάντησαν τη ζωή τους
για να ζήσουν.


Νυχτερινό πρελούντιο


Σε αγκαλιάζω στον ύπνο σου και ευωδιάζεις παράδεισο
Μια κατακίτρινη πεταλούδα χαϊδεύει κύκλους που
κλείνουν μέσα τους το άρωμά σου
Θυμώνει η απαλότητα με τη βαρβαρότητά της και
στέλνει ένα φτερό από άγρια μέλισσα να τήν απωθήσει


Από μια μυστική κοιλότητα ψηλά στον ουρανό χύνονται
αμέτρητα μικροσκοπικά βελούδινα συννεφάκια που
πέφτουν όλα πάνω στα στήθη σου και γίνονται κρίνα


Ως και αυτή η θάλασσα αποθέτει με ένα κύμα της
τους πιο σπάνιους θησαυρούς της στα πόδια σου
Ναυτίλους, ιππόκαμπους, μαργαριτάρια και κοχύλια
όλα ξεβράζονται εκεί που βρέχονται τα ακροδάχτυλά σου


Αγγίζει η απαλή ανάσα σου τα φυτά και λουλουδιάζουν
Τα δάση υποκλίνονται στην ομορφιά σου και ραίνουν με
δροσοσταλίδες το σώμα σου, σαν θείο δώρο τής άνοιξης


Μια ηλιαχτίδα μαγεμένη από την τόση λάμψη σου
ξεχνιέται και χάνει το δρόμο της προς το λιόγερμα
Έπειτα σκαρφαλώνει στα μαλλιά σου και κρύβεται
ήσυχη που ξαναβρήκε τον ήλιο της στο πρόσωπό σου


Πιάνει μια ξαφνική γαλάζια βροχή γεμάτη πέπλα που
σε τυλίγουν αρχίζοντας από τους αστραγάλους και
ανηφορίζοντας στο βελούδο τής επιδερμίδας σου
σκαρφαλώνουν ως το λαμπερό, καθάριο μέτωπό σου


Χτυπάνε οι φλέβες σου κάτω από το μεταξένιο δέρμα
φλέβες ποτάμια χρυσαφένια που κουβαλάνε τη ζωή στην
κοίτη και στις όχθες τους, μέσα και πάνω στην καρδιά τους
παρασύροντας νούφαρα και κλωνάρια από αγιόκλημα
Γυρίζεις πλευρό και σου ξεφεύγει αναστεναγμός


Σμήνος ασημένια θαλασσοπούλια σκεπάζουν αυθωρεί το φως
μη διαπεράσει αδιάκριτο τα βλέφαρά σου και σε ξυπνήσει
ενώ η μεθυστική σου ανασαιμιά έχει αρχίσει ήδη το μακρύ
ταξίδι της στο χώρο, ανασταίνοντας στο πέρασμά της κάθε
μορφή ζωής, μη και τα άψυχα ακόμα αφήνοντας ασυγκίνητα


Πλανιέται η αύρα σου, πότε απαλή και πότε εκτυφλωτική, με
εκείνο το ηλεκτρισμένο χρώμα τής διαύγειας και το άλλο το
ομιχλώδες τού ονείρου που διαπερνάει σάρκα και πνεύμα, σαν
ανατριχίλα που ακροβατεί στην κορυφογραμμή τών αισθήσεων


Το ελαφρύ σεντόνι αφήνει ακάλυπτα τα πόδια σου ως επάνω, δυο
αεροδιάδρομους για ολονύκτιες προσγειώσεις και απογειώσεις
Από τον ίλιγγο τής θέας σου θρυμματίζονται όλα τα φράγματα
Ήχος και φως, αναστολές και φόβοι, δικοί σου αιχμάλωτοι
μέσα στην ταχύτητα τής πτήσης σου κείτονται παραδομένοι


Μη ξυπνήσεις ακόμα, μη ξυπνήσεις, κοιμήσου ήσυχα
Κοιμήσου κι άσε με να περιγράψω την Εδέμ του κορμιού σου
Ένα ελαφρύ αεράκι τρυπώνει από το παράθυρο και σε χαϊδεύει, πότε δροσερό,
πότε καυτό,
σαν χάδι ερωτικό την ώρα τής υπέρτατης ηδονής
Αναριγάς και τεντώνεσαι αφήνοντας να ξεπροβάλει το στήθος σου
γυμνό και σφιχτό, γεμάτο επιθυμία όπως τινάζεται να ενωθεί με
την πνοή τού εραστή ανέμου,
του παραβάτη τής ενδεκάτης εντολής:


“ου διαταράξεις όνειρο κατά τη διάρκεια τού ταξιδέματός του”


Μη ξυπνήσεις ακόμα, έχω κι άλλα να σου πω, μη ξυπνήσεις
Για τα ροδοπέταλα που σε σκεπάζουν καθώς πέφτουν από
την τριανταφυλλιά στο μπαλκόνι μας κι ευθύς ως
σε αγγίζουν παίρνουν ζωή και γίνονται πάλι
τριαντάφυλλα κατακόκκινα σαν τον έρωτα
τον έρωτα που ανθίζει σε κάθε επαφή,
σε κάθε φιλί, σε κάθε σκέψη


Στα χείλη σου ζωγραφίζεται ένα
αχνό χαμόγελο γεμάτο υποσχέσεις
Να ‘ναι τ’ όνειρο μη το αγέρι που
ψιθυρίζουν στ’ αυτί σου ερωτόλογα;


Σε γαργαλάει αυτό το σιγανομουρμούρισμα και
κάνεις μια κίνηση ανεπαίσθητη με τον ώμο σου
σα να θέλεις να προφυλαχτείς, σα να θέλεις
να αποδιώξεις τη γαργαλιστική ανάσα
να της στερήσεις την απόλαυση της επαφής με το δέρμα σου
Δεν αρκεί κι αναλαμβάνει το χέρι σου σείοντας τον καρπό


Μια ολόλευκη αστραπή σκίζει το μαύρο τής νύχτας και
χωρίζει τη σιωπή στα δύο,
αναστατώνοντας το γαληνεμένο σύμπαν
Σα να πετάρισε κάτασπρο περιστέρι στο σκοτεινό φόντο και
σε κάθε ανοιγοκλείσιμο των φτερών του μένει πίσω μια αχνή
ανταύγεια του σχήματός του να
υποδηλώνει την ανάλαφρη παρουσία


Αργά:
Ένα, δύο, τρία, τέσσερα
δεξιά, αριστερά, δεξιά, αριστερά
ένα, δύο
Πιο αργά.


Αργά κατεβαίνει το ένδοξο απομεινάρι τής απαλότητας, ένα φτερό
για να συναντήσει το αντίπαλο δέος τής σύγκρισης από το οποίο
θα διεκδικήσει την πρωτοκαθεδρία τής πιο βελούδινης αίσθησης
Το σώμα σου!
Ένα κατάλευκο φτερό που αναπαύεται
πάνω στο εβένινο δέρμα σου
δημιουργώντας τήν υπέρτατη αντίθεση
στο βασίλειο τού αισθησιασμού
Έχασε!
Στη σύγκριση τής απαλότερης αίσθησης
νικήτρια αναδεικνύεται η αυτοκρατορία σου!
Αυτοκράτειρα των πιο απόλυτων αισθήσεων κρατάς
στις παλάμες σου σφιχτά τις πιο αισθαντικές απολαύσεις
και τις χαρίζεις απλόχερα όπου αγαπάς


Μη μου ξυπνήσεις ακόμα
Κοιμήσου ήσυχα κι άσε με να σε υμνήσω


Ο άνεμος υποχώρησε ηττημένος κι αρχίζει του θερμόμετρου
η ανοδική πορεία όσο οδεύουμε προς το ξημέρωμα
Αναδεύεσαι ελαφρά και παρατηρώ την πρώτη σταγόνα ιδρώτα να
γλιστράει απαλά από τον κρόταφό σου και να κατρακυλάει προς
τον λαιμό, όπου σπεύδει να συναντηθεί με μία δεύτερη που
είχε σαν αφετηρία της το μέτωπό σου
Ευτυχισμένες, θείες διαδρομές!


Αυλάκια σχηματίζονται και διατρέχουν τη
στιλπνότητά σου απ’ άκρη σ’ άκρη
Παρατηρώ την παιχνιδιάρικη πορεία τους
πώς κατεβαίνουν από τα γιασεμιά τού λαιμού σου
κι αφού αναρριχηθούν ελαφρά στις παρυφές τού στήθους σου
διαγράφουν μια μικρή παράκαμψη κυκλώνοντας τις
σοκολατένιες ρώγες και σε ευθεία πια γραμμή
διασχίζουν την επίπεδη κοιλιά και διαχωρίζονται πάλι
άλλες βρίσκοντας ασφαλές καταφύγιο στην
τριανταφυλλένια κοιλότητα τού μικρού σου αφαλού
κι άλλες συνεχίζοντας την πορεία τους προς
τα τροπικά δάση τής ήβης σου


Πρωτοτάξιδος σπαραγμός για μετανάστες η θέα σου
εύρεση και απώλεια πολύτιμων παραμυθένιων θησαυρών
νόστος κι ελπίδα γυρισμού και χαρτογράφηση πορείας


Μη ξυπνήσεις μόνη σου
Άσε με να σε ξυπνήσω εγώ μ’ ένα φιλί,
με ένα χάδι, μια ανάσα, μια αγκαλιά
Μη ξυπνήσεις ακόμα


Έχει μουσκέψει το κορμί σου και γυαλίζει
σαν πολύτιμο πετράδι στο λυκαυγές
καθώς νιώθω εκατοντάδες βλέμματα γεμάτα φθόνο
εκεί, στο έμπα τού παράδεισου
έτοιμα να με κατασπαράξουν για να πάρουν τη θέση μου
Χερουβείμ πρόθυμα να εκπέσουν για μερικά
απειροελάχιστα δευτερόλεπτα παρουσίας τους
πλάι στο απερίγραπτο θαύμα τής ύπαρξής σου


Χαράζει για τα καλά κι απλώνεται μια θεσπέσια μελωδία που
κυριεύει το είναι μου τρυπώνοντας από κάθε πόρο
από κάθε μόριο τού κορμιού μου
Γλυκές καμπάνες δονούνται κι αγαλλιάζουν τα εσώψυχά μου
Δεν είναι μουσική, η φωνή σου είναι που κάτι μοιάζει να μου λέει
μέσα από το παραλήρημα τού βαθύτερου ύπνου σου, εκεί
κοντά στο ξύπνημα, στην επαναφορά από το όνειρο
Ή μήπως στην επαναφορά τού ίδιου του ονείρου;


Αργοσαλεύεις


Ξύπνησε τώρα
Έλα, είναι ώρα να ξυπνήσεις μάτια μου
Δεν τη χορταίνω τούτη την ομορφιά μα πρέπει να ξυπνήσεις
Όχι γιατί δεν έχω άλλα να σου πω
Όχι γιατί δε βρίσκω άλλα λόγια για να σε περιγράψω
Μα, να, δες, όλα προσμένουν το ξύπνημά σου για να ξημερώσουν


Αρνιέται ο ήλιος να ξεμυτίσει αν δεν προβάλει το χαμόγελό σου
κι ο ουρανός αν δε φανείς δεν ημερεύει,
το γκρίζο του να γαλαζώσει
Τα πουλιά παραμένουν πεισματικά βουβά
μέχρι να σ’ αντικρίσουν στο μπαλκόνι
Κι η καφετιέρα ακόμα δεν ζεσταίνει τον καφέ
ούτε η γιαγιά, η διπλανή, φωνάζει καλημέρα
Έλα, άνοιξε τα μάτια σου, μάτια μου,
ξύπνησε να ξημερώσει η μέρα…


Λευκή τουλίπα


Γραμμή τη γραμμή τών ονείρων σου…
ζεστασιά τη ζεστασιά σ’ αποθυμάω…
σιμώνω πλάι σου σαν άνεμος
δραπέτης τών καιρών
λευκή τουλίπα στο χιόνι
να σε φυσήξω ξέπνοα
μη μου λυγίσεις
κι αγγίξεις παγωνιά
λεπτό το λεπτό τής αγάπης σου…
αγκαλιά την αγκαλιά σ’ αποθυμάω…


Δριμύ κατηγορώ


Δριμύ κατηγορώ τής μοναξιάς
ανάμεσα στο αύριο και στο τώρα
κανείς δεν έμεινε στεγνός σε μπόρα
λιμάνια δεν συνάντησαν ποτέ ωκεανούς
ούτε ταξιδέψαν’ καράβια σ’ ουρανούς
τον ήλιο δεν γνωρίσαν’ καληνύχτες
αλλάζουν τόπους τα πουλιά τής λησμονιάς.

Κόντρα

Κάθεται όρθιος και καπνίζει στη στροφή
γέρνει και κάνει δοκιμή να δει την κλίση
χρόνο ζητάει για ν’ αυτοσυγκεντρωθεί
κι αμέσως ύστερα λιγάκι να ηρεμήσει.

Του αφέτη ακούγεται συρτό το πρώτο σήμα
δένει σφιχτά το μαύρο κράνος και τα γάντια
κλείνει τη φόρμα, πλησιάζει βήμα βήμα
πάνω στην άσφαλτο στυλώνονται τα μάτια.


Τη μίζα γύρισε και το θεριό βρυχάται
τέρμα τα γκάζια, ανεβαίνει η αδρεναλίνη
καμένο λάστιχο ανασαίνει και θυμάται
στα δυο του χέρια τής ζωής του η ευθύνη.


Δέκα χιλιάδες οι στροφές απ’ το μοτέρ του
και πλησιάζει στο μηδέν τον διπλανό του
έπιασε κόκκινο η βελόνα στο κοντέρ του
στρίβει, πλαγιάζει κι ακουμπά το γόνατό του.


Ορμούν μαζί κι οι δυο στην τελική ευθεία
στο βάθος φαίνεται το τέρμα κι η σημαία
άλλο ένα στοίχημα στης κόντρας τη μαγεία
φτάνει στο τέλος με μια νίκη σιαμαία.


Κανείς δεν κέρδισε, κανείς δεν έχει χάσει
μια διαδρομή μονάχα είναι το έπαθλό του
κανείς δεν μπόρεσε ποτέ του να προφτάσει
να δει στα μάτια ζωντανό τον εαυτό του.


Περνάει το τέρμα και κρεμάστηκε στα φρένα
μα το σκαρί του έχει πιάσει το σφυγμό του
στιγμή δεν κόβει και χιμάει στα βρεγμένα
τα μονοπάτια τ’ ουρανού και στο κενό του.


Γεμάτοι έκπληξη κοιτούν οι θεατές του
πάνω στ’ αστέρια ένα μαύρο καβαλάρη
απομακρύνονται οι καπνοί απ’ τις φωτιές του
κι εκείνος βγάζει και πληρώνει τον βαρκάρη.


Επιμηθέας


Περπατώ εις το δάσος όταν οι μέρες δεν είναι εδώ
πού πάνε όμως όταν λείπουν να μαντέψω προσπαθώ
το λημέρι τού χρόνου κάποια νύχτα θα επισκεφτώ
θα κοιτάξω κρυφά κι ίσως τον πρωτομάστορα να δω.


Θα πεταχτώ τότε μπροστά του και στα ίσια θα του πω:
“Ε, καλό πνεύμα τού χρόνου, κάτι θα σού εκμυστηρευτώ,
είμαι εγώ απ’ το μισό σου δευτερόλεπτο, το υπόλοιπο μισό,
το μισό ενός ολόκληρου που έχασες και ψάχνω να στο βρω”.

Θα με κοιτάξει μ’ ένα βλέμμα διάφανο και καθαρό
σαν τα νερά τού καταρράκτη που μέσα του έπαιζα κρυφτό
(παραδομένος σε απορίες φοβάμαι να ονειρευτώ
κι έτσι ό,τι βλέπω στη μορφή του μού φαίνεται αληθινό).


Ύστερα θα γελάσει τρανταχτά με ένα γέλιο φοβερό
στον ώμο θα με αγγίξει με το χέρι του το αριστερό
(είναι στη δούλεψη του χρόνου τάχα ή βοηθάει τον καιρό
να περνάει από μπροστά μου σαν το γάργαρο νερό;)


“Τίποτα δεν έχω χάσει, τίποτα δεν ψάχνω για να βρω,
ο χρόνος είναι μια απάτη, ένα βήμα στο κενό
μέσα σου είναι κρυμμένο κάθε δευτερόλεπτο
γκρέμισε ό,τι σ’ εμποδίζει και θα δεις τον ουρανό”.


Δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω, μέσα μου ξαναγυρνώ
ψάχνω τοίχο να γκρεμίσω, ψάχνω σκάλα ν’ ανεβώ
τι να έγιναν οι ώρες, τρέχω και τις κυνηγώ
πού να κρύφτηκαν οι μέρες, χάθηκαν κι ανησυχώ.


Περπατώ εις το μέσα μου δάσος ψάχνοντας ένα ξέφωτο
ώσπου μια ακατοίκητη γνώση κρυμμένη στο φως συναντώ
σα να βλέπω το χρόνο με μαύρο μανδύα κι από μέσα γυμνό
αιώνιος Επιμηθέας τις μέρες στην πλάτη μου τις κουβαλώ.


Τρυφερό


Θα ‘θελα να είμαι κάτι από σένα
μια μικρή φλεβίτσα τών χεριών
ένα δάκρυ απ’ αυτά τ’ αγαπημένα
που κυλάν’ από την άκρη τών ματιών.


Θα ‘θελα να είμαι κάποια σου συνήθεια
μια στιγμούλα απ’ το παρελθόν
να ‘μουνα για σένα μια παλιά αλήθεια
ένα φίλημα στα ρόδα τών χειλιών.


Θα ‘θελα να γίνω ένα σου σημάδι
πάνω σου να μείνω μια ζωή
μια αναπνοή σου, ένα θείο χάδι
κάποια μελωδία που αγάπησες πολύ.


Θα ‘θελα σταγόνα να ‘μαι στο κορμί σου
να κυλάω στο δέρμα σου απαλά
μια μινόρε νότα απ’ το σονέτο τής φωνής σου
άγγιγμα ανέμου πάνω στα μαλλιά.


Μια μουσική


Μια μουσική γλυκιά ξεχύνεται κι απλώνει
με τους ανέμους σέρνει χρόνων μνήμες πρώτες
φοράει του καιρού το κάτασπρο σεντόνι
κλείνοντας χρόνια μοναξιάς σ’ όλες τις νότες.


Τρυπώνει από παντού σαν φως και τι να πεις
σαν μυστικό που ο βυθός το φανερώνει
φτάνει κρυφά μια μελωδία τής σιωπής
και τις αισθήσεις απαλά αναστατώνει.


Σαν κύμα που χαϊδεύει νύχτα την ακτή
και σαν δροσιά πάνω στα φύλλα που ξαπλώνει
σιγά που παίζει απόψε τούτη η μουσική
μοιάζει με νύφη που τα υφάδια της ξηλώνει.


Σαν μαργαρίτας τον κομμένο τον ανθό
που κουβαλάει όλα τα θαύματα τής μνήμης
σαν μια ανάγκη για ανάσα στον βυθό
ένα μαζί του, δευτερόλεπτα πριν γίνεις.


Μια μουσική σε τόσα χρώματα και τόνους
όσα μια έλλειψη μπορεί να φανταστεί
σαν μια εκπλήρωση που τύλιξε τούς μόνους
κι έκανε αλήθεια τους τη ματαιωμένη ευχή.


Σαν ένα ρεύμα που αγκάλιασμα θυμίζει
από τις άκρες τού μυαλού ως την καρδιά
καραβοκύρης που επιμένει και ελπίζει
πως ο μαΐστρος θα τον βγάλει στη στεριά.


Μια μουσική που ταξιδεύει μες στον χρόνο
πάνω από ρόδα, απ’ αστέρια και φωτιές
ξυπνάει στου έρωτα τον πύρινο τον θρόνο
κοιμάται μέσα στης αγάπης τις ματιές.


Σοφία Κολοτούρου για το Ποιείν, 5/4/08
http://www.poiein.gr/archives/1914/index.html


επιστροφή

άρθρα