Π.Π.ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ - ΠΙΚΡΗ ΒΡΟΧΗ

Ο Π. Π. Παναγιώτου ήταν γιατρός, και καθηγητής της Μαιευτικής και Γυναικολογίας στην Ιατρική Αθηνών επί σειρά ετών. Προς το τέλος της ζωής του εξέδωσε μια και μόνη ποιητική συλλογή, με τον τίτλο Πικρή βροχή, από τις εκδόσεις Λιβάνη (Νέα Σύνορα) 1990. Στο εισαγωγικό σημείωμα έγραψε πως το έκανε αυτό κυρίως για να αφήσει μια ποιητική συλλογή στα παιδιά του, μαζεύοντας κάποια ποιήματα που είχε για χρόνια κλεισμένα στα συρτάρια του.
Το πιο ενδιαφέρον ποίημα της συλλογής είναι το “Λαύρειο”, που το είχε αφιερώσει στον Κόλλια Καββαδία, τον γνωστό μας σήμερα ποιητή Καββαδία, ήδη από το 1943 όπου πιθανότατα είχαν γνωριστεί στην κατοχική Αθήνα. Το Λαύρειο μάλιστα εμφανίζει έντονες Καββαδιακές αναφορές και μιμείται εμφανώς το Καββαδιακό στυλ, κάτι που κατά κόρον έχει συμβεί στις μέρες μας, αλλά προφανώς δεν είχε ακόμη αρχίσει να γίνεται από το 1943.
Η αλληλεπίδραση του Καββαδία και του γιατρού Παναγιώτου εξάλλου φαίνεται και από το ποίημα Campey?s Water (συλλογή Πούσι, 1947) το οποίο ο Καββαδίας αφιέρωσε στον Παναγιώτου. (Περισσότερα για τη σχέση των δυο ποιητών θα βρείτε στο άρθρο μου: Ένα τραγούδι σε στυλ Καββαδιακό, που έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό Οροπέδιο, τεύχος 4).
Εκτός όμως από το Λαύρειο υπάρχουν και άλλα ποιήματα της συλλογής αυτής που τα βρήκα επίσης ενδιαφέροντα, και κυρίως το Μ.Μ.Η (Μαιευτήριο Μαρίκα Ηλιάδη) που παρουσιάζει τον κόσμο των γιατρών και των νοσοκομείων με έναν τρόπο που είναι απολύτως διαχρονικός και πλήρως αναγνωρίσιμος σε όσους από εμάς έχουμε υπηρετήσει ως γιατροί στα νοσοκομεία.
Για όλους τους παραπάνω λόγους, κι επειδή η συλλογή αυτή πέρασε μάλλον απαρατήρητη και είναι δυσεύρετη (έχω εντοπίσει 1-2 ξεχασμένα αντίτυπα στο ράφι της Εστίας και μόνον) αποφάσισα να την παρουσιάσω σήμερα στο κοινό του Ποιείν, με την ελπίδα πως ίσως κάποιος ακόμη να ενδιαφερθεί, όπως εγώ, να ψάξει για τα ελάχιστα κυκλοφορούντα αντίτυπα…
ΥΓ: Δεν κατάφερα, παρά την αναζήτηση στο διαδίκτυο, να βρω πότε ακριβώς γεννήθηκε και πότε πέθανε ο Π. Π. Παναγιώτου. Βρήκα όμως ότι στο Μαιευτήριο Μαρίκα Ηλιάδη οργανώθηκαν σχετικά πρόσφατα σεμινάρια στη μνήμη του. Άραγε, οι συμμετέχοντες στα σεμινάρια γνώριζαν καθόλου πως τους είχε κάποτε αποκαλέσει (μην εξαιρώντας ούτε τον εαυτό του): “Βλάκες τιτλούχους με όλας τας τιμάς; “


ΑΠΌ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ: Π.Π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ-ΠΙΚΡΗ ΒΡΟΧΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ-ΛΙΒΑΝΗ 1990


ΛΑΥΡΕΙΟ

Στον Κόλλια Καββαδία
Aberalaw, του Cronin “Citadel”,
οχτάωρες της καμινίας βάρδιες,
κόγχες βαθουλωμένες, άδειες,
καινούριος Tμηματάρχης ο Blondel.


H “Παρασκευή” του Βλάσση αδειανή,
και το “Μπαούλο” στοιβαχτό, “χελώνες”.
Φωτοπλημμυρισμένες οι Κάβο-Κολώνες,
μα η κάθε μπούκα μια ιστορία σκοτεινή.


Ο Παύλος, ο Ματιάς κι ο Marriat,
μιλώντας και καπνίζοντας ολοένα,
καλαφατίζουνε του Sea Girl την καρένα,
αυτοί που μαστορεύουν τη φτυαριά.


Θα ?ρθει ο γιατρός καλέ μου, υπομονή!
Το φάρμακό σου πια το ξέρει, θα στο δώσει…
(Το μολύβι τα σπλάχνα έχει πληγώσει
Και του αρσενικού οι κάτασπροι καπνοί).


Δασκάλα με τα ολόξανθα μαλλιά,
ποιός σε διαβάζει, ανοικτό βιβλίο;
Κι άλλους γητεύει το παλιό σχολείο
κι άλλων θερμαίνεται για σένα η αγκαλιά.


Μάτια που λάμπουνε τη νύχτα στο γυαλό,
στο “μαύρο” για να διώξουν τα φαρμάκια,
του Καραλή του κόψαν τα χεράκια,
η δυναμίτη τον εστοίχειωσε κουλό…


Της φτώχειας ο αγιάτρευτος καημός,
πως λιώνει τις ψυχές σ' αυτό τον Άδη!
(Διακόσια μέτρα κάτω το πηγάδι)
Αχ, και να ?ρχότανε στην μπούκα ο λυτρωμός!…


Γονατιστός απόψε στ' όραμά σου
για σένα Λαύρειο, δέομαι σιγαλά:
ομίχλη την ψυχή μου απαλά
τυλίγει, και την ΦΤΩΧΕΙΑ – τ' όνομά σου!


1943


ΜΜΗ

Στον Ηλία Ελευθερουδάκη

Μας είδες όλους πόσο είμαστε μικροί
Ζούσαμε εκεί, υπηρετώντας μιαν ιδέα.
Με την αρρώστια εκάναμε παρέα
και με γυναίκες σε ώρα των πικρή.


Φορούσαμε άσπρες μπλούζες, σαν αγγέλοι
και περγελούσαμε το παν και το Θεό.
Καθένας έβλεπε στον άλλο έναν εχθρό
και φίλο μόνο αν είχαμε οφέλη.


Οι αδερφές (οι σπλαχνικές) μορφές κοινές.
Η Διευθύνουσα, μια ανόητη φαντασμένη.
Όλοι οι γιατροί ηθικά υστερημένοι
κι ο Διευθυντής, νευράκια και σκηνές.


Είμαστε θεοπρόβλητοι και “μύσται” -μα κακοί.
Mικροί-μεγάλοι ένα παράξενο κοπάδι.
Καμία ακτίνα στης Ψυχής μας το σκοτάδι,
Κανένα φως στο Μαιευτήριο-Φυλακή.


Αναδευόμαστε το ημερονύχτι με βρωμιές,
με τα αίματα της γυναίκας, που γεννούσε.
Κάθε μαθήτρια σαν βαριόταν, βλαστημούσε
τις αργοπορημένες τις νυχτερινές.


Οι συνδεσμοπηξίες, ο ρυθμός της διαστολής,
οι Wertheim, οι αποξέσεις –τι οδύνες!
Άρχιζε ο πρώτος ύπνος με μορφίνες
κι έφτανε ο τελευταίος με διαρκείς.


Δίχως νόημα, δίχως κανένανε σκοπό,
σπλάχνα κόβαμε και ράβαμε. Ιστορίες
Με τους στρεπτόκοκκους, τις αιμορραγίες
και τη βλακεία μας είχαμε όλο τον καιρό.


Και μια βραδιά, σ' ένα κρεβάτι σηπτικό
ξεψύχησε η φτωχούλα η χαρά μας.
Α! Πως εζάρωσε από τότε η καρδιά μας,
και πόσο έγινε το ΜΜΗ πληχτικό…


Την άλλη μέρα, δίχως άργητα πολλή,
αποχαιρέτησες Ηλία, με ειρωνία
την ειδικότητα, το σκυλολόι, την αγωνία
και την προοπτική για τη ζωή μας, τη θολή.


Κάποια απασχόληση θα υπήρχε και για Σε.
Θάνατο οι καλυπτρίδες Σου δεν σκέπουν.
Τα μάτια Σου μόνο μικρόβια βλέπουν,
τ? αντιδραστήρια μετρώνται με cc.


Aϊμα στα δάχτυλά Σου δεν θωρείς,
Οι πόνοι πια δεν φτάνουν ως τ' αυτιά Σου.
Απλώνεις στα γυαλιά τα χρώματά Σου
κι οι αδερφές είν' υπηρέτριες της στιγμής.


Δεν θα ?ρθει πια ο Διευθυντής, ούτε η Ροδέα
να Σου ριχτούν με υστερικούς παροξυσμούς.
Χαίρεσαι τους δικούς σου λογισμούς
και παλιοτόμαρα δεν θα 'χεις για παρέα


Α! Πόσο αξίζει ένας τέτοιος λυτρωμός,
Όλος αντρίκεια απόφαση κι ευθύνη!
Η Ανάγκη να μην Σε καταπίνει
και να σε ορίζει ο δικός σου ορισμός.


Μα τέτοιο θάρρος δεν εφώλιαζε σε μας.
Άδοξα κουβαλάμε το σταυρό μας,
κι από τον ίδιο μισητοί τον εαυτό μας,
βλάκες τιτλούχοι “με όλας τας τιμάς”.


Τα χρόνια βέβαια, να περάσουν δεν θ' αργήσουν.
Τι θα 'χει μείνει, Ηλία, απ? όλα αυτά;
Η τύψη της μικρότητας, που φωναχτά
θα δείχνει όσους δεν θέλανε να ζήσουν…


Σοφία Κολοτούρου για το Ποιείν, 24/5/08
http://www.poiein.gr/archives/1222/index.html

 


επιστροφή

άρθρα