ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ - ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ

Προδημοσιεύουμε σήμερα έξι ποιήματα από τον “Αέρα αύγουστο” του Κώστα Κουτσουρέλη. Πρόκειται για μέρος ενός ευρύτερου κύκλου, που όταν ολοκληρωθεί θα αποτελείται από 33 συνολικά ποιήματα.
Αν και αποσπασματικό το έργο, μας έχει ήδη εκπλήξει, τόσο στιχομορφικά (είναι γραμμένο σε τρίστιχα που αποτελούν παραλλαγή της γνωστής μας τερτσίνας) όσο και νοηματικά, καθώς από τη μία συνδιαλέγεται με την ελληνική πραγματικότητα του 2008, ενώ παράλληλα κατορθώνει να θέτει και τα ίδια διαχρονικά ερωτήματα που υποβάλλει ο ίδιος κόσμος, ο παλιός, που λαχανιάζει.
Μέσα από αυτά τα έξι ποιήματα, εγώ προσωπικά βρίσκω “κάτι απ? της φύσης την κρυμμένη μετρική”, ένα δυνατό συναίσθημα καθαρής ποιητικής απόλαυσης, και πιστεύω πως όταν ολοκληρωθεί το έργο θα αποτελέσει μια πολύ αξιόλογη σύνθεση, γι αυτό και θεώρησα σκόπιμο να τα παρουσιάσω σήμερα στο Ποιείν.


(Τα ποιήματα πρωτοδημοσιεύονται στο ιστολόγιο http://www.koutsourelis.gr/index1.php?)


Αέρας αύγουστος


Ι.
ΑΕΡΑΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ. Τα νυσταγμένα φύλλα
κρατιούνται δύσκολα απ’ τον ώμο του νοτιά.
Πέρα η οσμή της θάλασσας. Η ανατριχίλα


ενός μοτέρ που σφύζει στα ρηχά.
Του ήλιου ο φακός από ψηλά πέφτοντας χάμω
σαρώνει ανάκατα σώματα πρηνηδόν.


Χαμένα βήματα παντού πάνω στην άμμο.
Μάτια μισόκλειστα. Ιαχές γυμνές παιδιών.
Αέρας αύγουστος. Στην προσμονή της δύσης


γαλάζια μπάλα ο ορίζοντας κοιμάται στο γκαζόν.
Μια σαύρα αθέατη μες στου φωτός τον γάμο
έρπει προς τη γαλήνη μιας σκιάς.


Από τις στρόφιγγες του μπαρ στάζουν ειδήσεις:
Ευρώπη. Τρίτη Χιλιετία. Ελλάς.
Μιας αγνοούμενης ζωής ανταποκρίσεις.


Αέρας αύγουστος. Αέρας της φωτιάς.


ΙΙ.


Η ΩΡΑ ΔΕΚΑ και μισή. Κλινήρης.
Τα μάτια αρνούνται να σηκώσουν την αυλαία.
Πίσω απ’ τις γρίλιες κίτρινος και πλήρης


ο ήλιος να αδημονεί. Μια πανωραία
αλληγορία: η ναρκωμένη ανθρωπότητα
που ανέκαθεν αρκείται στο σκοτάδι.


Κι όμως: ο κόσμος ξετυλίγεται ανερώτητα
κάθε πρωί. Σαν κάλεσμα αβρός. Σαν χάδι.
Ή σαν χαστούκι από χέρι σε ετοιμότητα


οιονεί στρατιωτική. Ίδιος σημαία
με ήχο εμβατήριο μας καλεί
σε μια αιώνια έπαρση, χωρίς υποστολή.


Λένε: ό,τι ανέρχεται θα πέσει οριστικά.
Κι άλλοι: ό,τι πέφτει θα υψωθεί στο φως.
Η ώρα έντεκα και δέκα. Μέσα εδώ η Σκιά.


Έξω η μέρα κι ο πελώριος ουρανός.


ΙΙΙ.


ΑΡΧΕΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ κι η βροχή διστάζει.
Όπως στα δόντια του καλού εκφωνητή
σκοντάφτει αιφνίδια μια είδηση κακή


κι αυτός, φιλάνθρωπος, προτού την πει κομπιάζει.
Κι ας ξέρουμε όλοι πόσο ανίκητη, ραγδαία
μας συνεπαίρνει η είδηση η μοιραία.


Που όσο άργησε, τόσο πιο δυνατή,
τόσο πιο καθαρτήρια μας σαρώνει.
Σαν τη βροχή του Αυγούστου. Σαν το χιόνι


το πρώτο τού χειμώνα στα βουνά.
Τότε που οι αισθήσεις συλλαβίζουνε ξανά
κάτι απ’ της φύσης την κρυμμένη μετρική.


Το χιόνι. Ο πόνος. Η βροχή. Αυτό που ζει
και ζωντανούς μας φανερώνει.
Το βλέμμα που νομίσαμε θαμμένο αλλά θα δει.


Μια Ελλάδα ανεξίτηλη. Πέρ’ απ’ τη σκόνη.


ΙV.


ΕΜΠΡΟΣ ΜΟΥ Η ΘΑΛΑΣΣΑ: κατοπτρική•
χαμογελάει χωρίς καμμιά ρυτίδα.
Απ’ τις ακτές της Κρήτης ώς την Αττική


μια επικράτεια αδρανής κι ακύμαντη.
Σαν τη ζωή των πρωτοπλάστων στην Εδέμ
κάτω από των αγγέλων τα ερουρέμ


και τ’ Ουρανού τη γαλανή φροντίδα.
Λεία ζωή• στιλπνή όσο το γυαλί• ασήμαντη
όσο η θάλασσα που έχει στερηθεί


ώς και το τελευταίο της κύμα.
Εμπρός μου η θάλασσα: επαχθής
όσο ο χρυσός στα δάχτυλα του Μίδα•


πεσμένη ανάσκελα σαν αθλητής
που η ανάσα του τον πρόδωσε στο νήμα.
Εμπρός μου η θάλασσα: ανιαρή.


Σαν ποίημα που του στέρησαν τη ρίμα.


V.


ΑΠΟ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ορόφου το μπαλκόνι
σ’ ένα δωμάτιο παρά θίν’ αλός
ο κόσμος όντως μοιάζει απλός:


μια τρισδιάστατη, αγαθή γιγαντοθόνη
όπου αναβοσβήνουν διαρκώς
τυχαίες εικόνες στη σειρά. Όπως αυτή


που ξεσηκώνω απ’ τη γωνία:
ένα παιδάκι ν’ ανεμίζει ένα σεντόνι
ή μια σημαία – δεν διακρίνεται εντελώς•


μια ομήγυρι να επευφημεί• κάποια κυρία
διατηρητέας ηλικίας να μορφάζει
καθώς το ανείπωτό της στόμα δοκιμάζει


να πάρει έκφραση κατά τι δροσερή.
Θέαμα απλό, κοινό. Αμελητέο δηλαδή.
Ο ίδιος κόσμος, ο παλιός, που λαχανιάζει.


Σαν γερο-ρόκερ, μάταια, στη σκηνή.


VI.


ΠΡΟΣΗΛΩΜΕΝΟΣ σκύβω στο νερό.
Γράφω τη λέξη: θάλασσα. Τη λέξη: Εδέμ.
Σε μια αυτοσχέδια σειρά καταχωρώ


πάνω στο ακύμαντο χαρτί όλα τα δεν,
όλα τα μη, όλα τα τίποτα.
Όλα τα πράγματα τ’ ασώματα κι ανείπωτα


για μια στιγμή αστράφτουν στον αφρό.
Κοιτάζω γύρω μου. Άλλος κανείς.
Μονάχα ο ήλιος, ξεχασμένος συγγενής,


κρεμιέται κίτρινος πάνω απ’ την παραλία,
κεράκι επίμονο στο ουράνιο ιερό.
Προσηλωμένος γράφω. Σταθερό


το χέρι μου οδηγεί η Επαγγελία.
Γράμμα το γράμμα τ’ όνομά της συντηρώ.
Στην ίδια πάντοτε επιστρέφω αφετηρία.


Προσηλωμένος γράφω στο νερό.


Σοφία Κολοτούρου για το Ποιείν, 13/11/08
http://www.poiein.gr/archives/3418/index.html


επιστροφή

άρθρα