ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, ΤΕΡΤΣΙΝΕΣ

Η συλλογή “Τερτσίνες” του Νίκου Καζαντζάκη δεν είναι και τόσο γνωστή στο ευρύ κοινό, γι’ αυτό θεώρησα ότι έχει θέση μια νέα παρουσίασή της σήμερα στο Ποιείν.
Ο Καζαντζάκης το 1932 ολοκλήρωσε την έμμετρη μετάφραση της Θείας Κωμωδίας του Δάντη. Την ίδια χρονιά, προφανώς επηρεασμένος από τα δαντικά μέτρα έγραψε το πρώτο ποίημα της συλλογής Τερτσίνες με τον τίτλο “Δάντης”, που αποτελείται από 181 στίχους, μεγάλο μέρος το οποίου παρουσιάζουμε παρακάτω.
Σημειώνω εδώ τον ορισμό και την περιγραφή της της τερτσίνας: ποιητική στροφή από τρεις ενδεκασύλλαβους στίχους, από τους οποίους ο πρώτος ομοιοκαταληκτεί με τον τρίτο, και ο δεύτερος με τον πρώτο και τον τρίτο της επόμενης στροφής.
Λυρικότερα, ο ορισμός της τερσίνας μας δίνεται και από τον ίδιο τον Καζαντζάκη στους στίχους 127-132 του ιδίου ποιήματος (Δάντης):
Ρίμες πλεχτές, σκληρό ακλουθώντας νόμο,
τρεις τρεις, σφιχτά σοφίλιαζαν σαν πέτρες?
κι οι στοχασμοί, στου νου τον οικοδόμο
πιστοί, κολόνες σκώνουνταν συδέτρες
κι αρμονικές φωνές μες το σκοτάδι
τη λειτουργιά κυβέρνουν νομοθέτρες.


Το βιβλίο περιλαμβάνει συνολικά 21 τέτοια ποιήματα, αρκετά μεγάλης έκτασης, αφιερωμένα τα περισσότερα σε γνωστά ιστορικά ή λογοτεχνικά πρόσωπα (ενδεικτικοί τίτλοι: Λένιν, Ψυχάρης, Μουχαμέτης, Νίτσε, Βούδας, Γκρέκο, Τσιγκισχάνος, Μωυσής, Χριστός, Σαιξπήρος, Μέγας Αλέξαντρος), τυπώθηκε για πρώτη φορά το 1960 και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καζαντζάκη. Η έκδοση έγινε με τη βοήθεια και την επιμέλεια του Ε.Χ. Κάσδαγλη, που επιμελήθηκε τα χειρόγραφα που άφησε ο Καζαντζάκης μετά το θάνατό του το 1957.
Όπως μας πληροφορεί ο Κάσδαγλης στο σύντομο επιλογικό του σημείωμα (από όπου αντλήσαμε και τις πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο γράφτηκε το βιβλίο αυτό), ο Καζαντζάκης αναφέρει τα 21 ποιήματα της συλλογής ως “Kάντα”, σε αλληλογραφία που είχε με τον Π. Πρεβελάκη.


Ποιους όμως ενδιαφέρει η τερτσίνα σήμερα; Αναμφίβολα, λόγω της δυσκολίας της, αλλά και της έκτασης κάθε ποιήματος, το κοινό που έχει διαβάσει και που θα διαβάσει στο μέλλον αυτό το βιβλίο είναι περιορισμένο.
Ακριβώς λόγω αυτής της έκτασης προτίμησα να παρουσιάσω σήμερα την αρχή και το τέλος από το Κάντο “Δάντης”, με τη δέσμευση να γράψω και το ενδιάμεσο αν υπάρξει ανταπόκριση από τους φίλους του Ποιείν. (Σημειώνω εδώ ότι η διαίρεση σε τρίστιχα είναι δική μου επιλογή, καθώς στο τυπωμένο βιβλίο το κείμενο εμφανίζεται ενιαίο. Θεωρώ ωστόσο πως είναι αδύνατον να διαβαστεί σήμερα (ειδικά απ? ευθείας μέσω της οθόνης) ένα τόσο μακροσκελές και αδιαίρετο κείμενο, γι? αυτό ελπίζω να μου επιτρέψετε αυτόν τον κάπως αυθαίρετο διαχωρισμό).


Ας δούμε όμως τι λέει ο ίδιος ο Καζαντζάκης στην εισαγωγή του, σχετικά με τους αναγνώστες στους οποίους απευθύνεται:
Σήμερα δημοσιεύω τα τραγούδια αυτά. Από τους ανθρώπους που γνώρισα, ψυχανεμίζουμαι πως εφτά ή οχτώ θα νιώσουν χαρά διαβάζοντάς τα? οι άλλοι θα τα πετάξουν με δυσφορία. Η γλώσσα τους, ο στίχος, ο ρυθμός, ο “Αόρατος Μονάρχης” που τα κυβερνάει, ο χαρούμενος, άπληστος, ανέλπιδος τρόπος που αντικρίζω την ατομική και την παγκόσμια περιπέτεια, πάνω από κάθε φόβο, όλα θα τους είναι ανυπόφορα.
Τους παρακαλώ να με συμπαθήσουν? δεν έκαμα καμιάν προσπάθεια να τους αρέσω. Μα κι αν έκανα, πάλι δε τα κατάφερνα. Η μοναξιά μ’ έχει λίγο τραχύνει, κι η χαρά που νιώθω δημιουργώντας είναι τόσο μεγάλη που άλλη αμοιβή δεν είναι δίκιο να θέλω.


Δάντης, στίχοι 1-45


Τραχιές ψυχές, που νιώθετε από αγάπη
και ρόδο, ανθάτε τη φωτιά στα φρένα,
τον αρχηγό αγναντέψτε μες τη ράπη


τη λιοφρυμένη να περνάει σκυμμένα,
με τη ζεστή χινοπωριάτα στάλα,
κι οκνός, χλωμός να μπαίνει στη Ραβέννα.


Περνούσαν τ? αρχοντόπουλα καβάλα
με το σγουρό γεράκι απά στο γρόθο?
διαλάλουν οι καμπάνες στα μεγάλα


καμπαναριά της προσευκής τον πόθο
κι αυτός, πικρό δαφνόφυλλο στα χείλη
δαγκώντας, μίλαε στην ψυχή του: “Νιώθω


τούτο, ψυχή, τ' ολόστερνό σου δείλι!”
Δυο ρούσα χερουβίμ, δεξιά-ζερβά του
το ναι και τ' όχι, στάθηκαν σαν σκύλοι


βουβοί, του κυνηγάτορα θανάτου.
Τα σπλάχνα του ανοικτήκανε σαν τάφοι
κι ασκώθηκε φωνή βραχνή βαθιά του:


Να μην πεθάνω, Θε μου, πρι στο θειάφι
να ρίξω τους οχτρούς μου και στην πίσσα
τα γράφει ο νους, Θεός δεν τα ξεγράφει!


Αχτι, κατάρα, γδίκηση και λύσσα
σακούλα κάμπιες η καρδιά κουνούσε
και σαν οχιά η λιγνή ψυχή του εφύσα.


Ένα τον ένα εχτρό του σφεντονούσε
μες τους εννιά του νου κατραμοχύτες
κι όλο το μαύρο σπλάχνο του αλυχτούσε-


κιοτήδες, ψεύτες, κάλπηδες, κοπρίτες
τσιγκούνοι, κτηνοβάτες και ρουφιάνοι
και γαύροι καλογέροι αρσενοκοίτες!


Σκυφτός, βουβός, στο λαύρο φλογομάνι
τους γύρναε, τους σιγόψηνε ως καβούρια,
τ? αρθούνια αχνίζαν λιμαρά, ντουμάνι


και κόλαση έκλωθε, να βρει καινούρια.
Πολλά φτενή, δροσάτη η χιλιοπήχω
του εφάνη η πίσσα που χοχλάκαε κι ούρια,


κι ακούμπησε φρουμάζοντας στον τοίχο,
ψακογελάει, σηκώνει το καμάκι
και τους βουτά, ανακέφαλα, στο στίχο.


Το μίσος, κιτρινόμαυρο γεράκι,
αρχάγελλος της αρετής προστάτης,
γαντζώθη ορθό, σταλάζοντας φαρμάκι,

στις φρένες τ? αρχηγού μας, κι οδηγά τις.
Οσο ο Θεός βαστάει, βαστάει το μίσος,
στην πόρτα της Παράδεισος, περάτης. […]


Στίχοι 145-181 (τέλος)


Φύσηξε αγέρι δροσερό της χάρης
και σαν μαγνάδι ξομπλιαστό σηκώθη
και μετεωρίστη ο νους ο καβαλλάρης:


Θρόνο σμαράγδι και ζαφείρι νιώθει
να κατεβαίνει από τον ήλιο λάβρος,
να τον τραβούν οι πιο βαθιοί μας πόθοι-


λιοντάρι, αιτός, αρχάγγελος και ταύρος.
Στου νου το μυστικό το ρόδο ανοίγει,
λάμπει όλο φως ο θάνατος ο μαύρος,


φωνή απαλή τα σπλάχνα του τυλίγει,
και με αναγάλλιαση κρυφή και φρίκη
θωράει τα ιερά θεριά με φως μαστίγι


βαρώντας τα, σαν πονεμένη νίκη,
μεγαλομάτα, αγέλαστη, όλο βέλη
να κατεβαίνει απάνου του η Βεατρίκη.


Χιλιοτριαντάφυλλο ο ουρανός, κι οι αγγέλοι
τρυγούν, αργατικοί σαν τα μελίσσια,
της σκοτεινής αθανασιάς το μέλι.


Ασπρα στη γης σαλέψαν κυπαρίσσια,
το φλογαμάξι εστάθη, κι όλο γλύκα
φωνούλα αηδονολάλησε αγγελίσια,


που όλο τον πόνο της ζωής ενίκα,
κι έλιωνε ο νους σαν χιόνι μες τον ήλιο:
“Φίλε ακριβέ, χίλια καλώς σε βρήκα!”


Γοργά τις φούχτες του έβαλεν αντήλιο,
χαμογελάει στην αγαπώ, και βρύση
τα κλάματά του τρέχουν, κι αντιστύλιο


μοχτάει στης γης τα χέρια ν' ακουμπήσει
και λόγια τρυφερά να βρει στα σπλάχνα,
γλυκά πολύ, να την καλωσορίσει.


Μα τ' άγια μάτια της καλής του αδράχνα,
σα δίχτυα γαληνά σε ονειροφάντη
βυθό, κορμί και νου του δίχως άχνα.


Ανοίγει η νύχτα αγάλια το αστρομάντι,
σμίξαν σταυρό του άγριου αθλητή τα χέρια
κι οι παζαρίτες βρήκαν πια το Ντάντη


νεκρό, τα πρώτα ως πρόβαλλαν αστέρια.


Σοφία Κολοτούρου για το Ποιείν, 8/5/09
http://www.poiein.gr/archives/3379/index.htm


επιστροφή

άρθρα