ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΔΕΡΗΣ - ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ

Σύγχρονη ποίηση, σε παραδοσιακές μορφές, από έναν νέο ποιητή της Πάτρας, που δεν έχει εκδώσει ακόμα βιβλίο. Έως τώρα έχουν δημοσιευτεί μόνο δύο ποιήματά του στο περιοδικό Μανδραγόρας. Σήμερα στο Ποιείν παρουσιάζουμε ένα μέρος της ανέκδοτης δουλειάς του, για την οποία προσωπικά θεωρώ πως βρίσκεται ήδη σε ένα πολύ ικανοποιητικό επίπεδο και αναμένω με ενδιαφέρον μια ολοκληρωμένη συλλογή του.

Αστική τάξη

Μέριασε, βράχε, να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι
Θα σε πατήσει στο λαιμό… Εξύπνησα λιοντάρι!
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
«Ο βράχος και το κύμα»

Με θέλετε να βγάζω το σκασμό
Να σιωπώ, να σκύβω το κεφάλι
Όπως πηγαίνουν, να πηγαίνω, κι οι άλλοι
Μα εγώ σας κρύβω τον αναβρασμό


Με θέλετε να βγάζω το σκασμό
Τον πόνο μου να κρύβω, να γελάω
Να λέω ευχαριστώ που έχω να φάω
Να έχω, όταν θέλετε, οργασμό.

Με θέλετε ευγνώμονα και σκλάβο
Το κίτρινο το φως να λέω ωραίο
Να δέχομαι τη φύση, το μοιραίο
Μα μόνο τη φωτιά αγαπώ - που ανάβω.


Με θέλετε ευγνώμονα και σκλάβο
Να έχω λεφτά ίσα να σας τα δίνω
Να υψώνω στην υγειά σας όταν πίνω
Να νοιώθω πλοίο – δεμένο όμως με κάβο.


Μα τώρα ασθενούν τα μαγικά σας
Έρχεται μ’ άλματα του πόνου η αρχαία γνώση
Με πόδι λιονταριού για να σας λειώσει
Δικά μας είναι αυτά – όχι δικά σας.

Γυναίκες του ‘02


Βγαίνουν από το σπίτι τους βαμμένες•
Στα ωραία τους ρούχα σκιές προκλητικές.
Μεθοδικές, σοφά μελετημένες
Κινήσεις• σαν μορφές εμπορικές
Χωρίς ψεγάδι, καλοχτενισμένες.


Λικνίζονται μηχανικά, αφημένες
Σε άθλιους, μονότονους ρυθμούς.
Υπολογίζοντας τους άντρες – γελασμένες!
Με «δέκα τρόπους να…» και αριθμούς.
Μοιάζουν έννοιες ρηχές, συγκεκριμένες.


Αντιγυρνούν στα βλέμματα τα ξένα
Λόγια ειρωνικά κι εκλεκτικά.
Σφάγια στον χασάπη κρεμασμένα
Νομίζοντας πως μόνο ιδανικά
Τους πρέπουν δόντια και σερβίτσια ασημένια.


Στο σπίτι τους γυρίζουν μεθυσμένες
Αργά την νύκτα ή το πρωί νωρίς.
Ανέγγιχτες – το ίδιο – κι αγγιγμένες
Χωρίς να δείχνουν φρέσκιες και χωρίς
Να είναι – έστω κάπως – κερδισμένες.


Μα εγώ ποθώ γυναίκες ξεχασμένες.
Που άγρια κίνητρα να ζήσουν τις ωθούν.
Στο βλέμμα τους οι εμπειρίες σκαμμένες.
Ατρόμητες στο να τσαλακωθούν.
Ιέρειες του κορμιού, πεφωτισμένες.

Στους γάμους


Στους γάμους πόσο συγκινούμαι…
Αυτοί οι γαμπροί… ειν’ όλοι φίφες!
Γιατί δε μού ‘κατσαν οι νύφες;
Άχ, στη ζωή πόσο αδικούμαι!


Στους γάμους πόσο συγκινούμαι…
Ρε πόσα βγάζουν οι εκκλησίες
Από τις τόσες συνουσίες.
Για βγάλτε το σκασμό ν’ ακούμε…


Στους γάμους πόσο συγκινούμαι…
Τη μπομπονιέρα πού ν’ αφήσω;
Μου έρχεται να κατουρήσω…
Τελείωνε, παπά! Αργούμε;


Στους γάμους πόσο συγκινούμαι…
Πώς θα ‘θελα αυτή η κουμπάρα
Να κάτσει στη δική μου μπάρα!
Οι δυο μας, λίγο, να χαρούμε…


Στους γάμους πόσο συγκινούμαι…
Μ’ έχουν ξεσκίσει στο κουφέτο
Όλοι οι φίλοι μου εφέτο…
Λες να με κόψει; Μπα! Θα δούμε…


Ο εκτός


και ρίψας τα αργύρια εν τω ναώ
ανεχώρησε και απελθών απήγξατο
Ματθαίος ΚΖ΄5


Κρίμα• δεν σ’ αναφέρει πια κανείς
Κι αυτοί που «αγαπούν» πάντα σε βρίζουν.
Έφαγες κι ήπιες ‘κείνο το κρασί
Και κάπου μας βοήθησες κι εσύ
Ωστόσο ούτε αυτό σου αναγνωρίζουν.


Κάποιου, που τον αρνιόταν τρεις φορές,
Του έχτισαν τα δάκρυα εκκλησίες.
Και ‘σένα, που σου έγιναν φωνή
Που σε καλούσε επάνω στο σκοινί
Σ’ έχουν με τις αισχρές ακολασίες.


Κιτάπια δεν πιστεύω και γριές
Ποιος ξέρει τα σημεία του αοράτου;
Κανένας απολύτως και σαφώς.
Το ξέρω πως πεθύμησες το φως
Γι’ αυτό πιστεύω είσαι εκεί, κοντά του

Άλλοι «αγαπούν τον έρωτα»
Υμνούν τη δύναμη του…
Μα εγώ ένα κάκτο αγαπώ
Και πίνω το ζουμί του

Ο πρώτος απ’ τη γέφυρα


Ωραία που φαίνονται όλα από ψηλά…
Γαμεί ο πέμπτος όροφος και κάτι!
Και ο κόσμος εκεί κάτω, χαμηλά,
Τόσο τα θέλω μου έκανε θολά
Που λέω να του γίνω ένα κομμάτι…


…Και πέφτω. Είναι η άσφαλτος σκληρή
Και από σκατά και για σκατά φτιαγμένη.
Και πιο πολλή θα είχαν θαλπωρή
Το χώμα το βρεγμένο, ή η αλμυρή
Η θάλασσα, ανοικτή κι ανταριασμένη


Μα δεν πειράζει, κάτι είναι κι αυτό.
Πορεύεται κανείς μ’ αυτό που έχει
Και ή ζει, με το κεφάλι του σκυφτό,
Ή παίζει με τα όνειρα κρυφτό
Ή δείχνει πως στο θάνατο αντέχει

Στα σκοτεινά, καθώς σε μας ταιριάζει
Περνούμε ό,τι ονομάσαμε ζωή
Βρωμά κρασί η κάθε μας πνοή
Το ρούχο απά στο δέρμα μας σκουριάζει


Τα σπίτια μας μυρίζουν τηγανίλα
Και ασφυκτικά πολύ τα καπηλειά
Νοιώθουμε τη χαρά σαν μια θηλειά
Και την ελπίδα να έγινε σαπίλα


Κάθε που πλησιάζει αλλαγή χρόνου
Κι είναι στον κάθε άνθρωπο χαρά
Σε μας μισή• τη νοιώθουμε βαριά
Πόνου αρχή στο τέλος άλλου πόνου


Ατραπός


Αυτό που εγώ δεν σου ζητώ και εσύ δεν μου το δίνεις
Και μπαίνει πάντα ανάμεσα και μας κρατά μαζί
Κι είναι σαν πρώτο χάραμα και ανατολή σελήνης
Σαν τη στιγμή που χάνεται και τη στιγμή που ζει,
Είναι στο χώμα που πατώ και στο νερό που πίνεις.


Είναι στις ώρες που έρχεσαι, στις ώρες που μ’ αφήνεις.
Είναι γαλήνης αίσθηση και κύμα πυρετού.
Είν’ στο τσιγάρο που άναψα και είναι σ’ αυτό που σβήνεις.
Είναι η πρώτη θύμηση στη γεύση του λωτού.
Είναι στις ώρες που σιωπάς – και τη σιωπή σου λύνεις.


Είναι σε ό,τι έρχεται, είναι σ’ ό,τι μακραίνει.
Είναι ήρεμη θάλασσα και είναι ο σεισμός.
Είναι σαν γέλιο που αντηχεί, σαν δάκρυ που σωπαίνει.
Και είναι ο κρυφός και φανερός σε μας αστερισμός
Που έφυγε από πάνω σου και ελεύθερος πηγαίνει…


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ


Γεννήθηκα τον Αύγουστο του 1976 στην Πάτρα, αλλά η καταγωγή
μου είναι από την Λευκάδα. Τελειώνω Ηλεκτρολόγος Μηχανικός και
ασχολούμαι περιστασιακά με την ποίηση (έγραψα το πρώτο ποίημα
στα οκτώ, αλλά γράφω πλέον αρκετά σπάνια).
Εργάζομαι στην Ίντρακομ (Πάτρας) από τον Απρίλιο του 2000.
Συμμετείχα στη θεατρική παράσταση “Βάτραχοι” του Αριστοφάνη
από το θεατρικό τμήμα των Πολιτιστικών Ομάδων Φοιτητών του
Πανεπιστημίου Πατρών, στον ρόλο του Αισχύλου.
Είμαι παντρεμένος με την Μαρία Νίκα και κατοικώ στην Πάτρα.

Σοφία Κολοτούρου για το Ποιείν, 5/7/09
http://www.poiein.gr/archives/5609/index.html

 


επιστροφή

άρθρα