2008, Περιοδικό Οροπέδιο: Το καλοκαίρι της Μελισσάνθης

(άρθρο στο περιοδικό Οροπέδιο, τεύχος 5, καλοκαίρι 2008)

Το καλοκαίρι του 1992 είχα μόλις κλείσει τα 19 και παραθέριζα, όπως όλα τα προηγούμενα καλοκαίρια της όψιμης παιδικής και εφηβικής μου ηλικίας, στο εξοχικό μας. Το μόνο αξιόλογο τότε βιβλιοπωλείο της περιοχής είχε και κάποια –λιγοστά- βιβλία ποίησης, που αποτελούσαν για μένα μια όαση μέσα στο μακρύ καλοκαίρι εκείνων των χρόνων.

Η συλλογή “ Ένα καλοκαίρι” του Νίκου Καζάνα (εκδόσεις Διάγραμμα 1986) τράβηξε αμέσως την προσοχή μου - και λόγω τίτλου. Αρκετά ήταν τα ποιήματα που μου άρεσαν από τη συλλογή. Ωστόσο, θα μιλήσω κυρίως για το ποίημα “Λαμπάκια”, το οποίο μου εντυπώθηκε ισχυρά και επανέρχεται μέχρι σήμερα στη μνήμη μου.

Ας πάρουμε όμως το ποίημα από την αρχή. Ακολουθεί την τεχνική των μακρών, πολυσύλλαβων προτάσεων, που ομοιοκαταληκτούν εσωτερικά, περίπου στο μέσον της πρότασης. Μοιάζει με απελευθέρωση του ρυθμού και του στίχου, που χαλαρώνει και απλώνεται, έτοιμος να σπάσει τα στενά όρια της φόρμας, αλλά ταυτόχρονα παραμένει γοητευτικά δεμένος στο άρμα της (εσωτερικής) ομοιοκαταληξίας. Το ποίημα ξεκινάει ως εξής:

ΛΑΜΠΑΚΙΑ

Στο γύρισμα κάθε διακόπτη κι ένα λαμπάκι φως
το μάτι επόπτη.

Σε κάθε λαμπάκι μνήμης, κι ένα πρόσωπο πολύ
βαρύ ή σκέτο δίχως δάκρυα ή με ολίγη ζάχαρη.

Κι αν ένα έστω ματόκλαδο σαλέψει, απορείς τι
και σε ποιόν θέλει να γνέψει.

Όμως, το επίμονο πουλί, που μάλλον εγωιστικά
ραμφίζει κάθε κεφάλι, σαν άγγελος ιδιότροπος,
ποιανού μάτι λες να βγάλει;


Το ποίημα ως εδώ είναι μεν πρωτότυπο, καθώς χειρίζεται το θέμα της μνήμης του καθενός μας από μια απροσδόκητη σκοπιά. Του λείπει όμως ένας δυνατός στίχος, που θα μπορούσε ίσως να το απογειώσει. Αυτός ο στίχος έρχεται με την επόμενη πρόταση:

Γι’ αυτό ανέκαθεν οι γνωστικοί συμβουλεύουν να
προσέχουμε το πυρ το εξώτερο όταν είμαστε
μικρά παιδιά και μετά ακόμα περισσότερο
να προσέχουμε το πυρ το εσώτερο.


Μια θαυμάσια ρήση, με σαφείς θεολογικές αναφορές, που συστήνει να προσέχουμε το πυρ το εσώτερο όσο μεγαλώνουμε, γιατί δεν είναι πια ο “έξω” κόσμος αυτός που κυρίως μας επιτίθεται, αλλά ο ίδιος μας ο εαυτός, όταν γίνεται έρμαιο των παθών του, των ανεκπλήρωτων ονείρων και των αυτοκαταστροφικών τάσεων.

Το ποίημα κλείνει με τους στίχους:

Συμφωνούμε, λοιπόν, εκεί που μπαίνουν στο δέρμα
οι τρίχες κι επιτέλους ισιώνουν. Τι έχασες;
Τι νομίζεις είχες;


Οι μάσκες λιώνουν, κοντεύουν να διαλυθούν.
Ευτυχώς γρήγορα χαμηλώνουν οι λάμπες,
γίνονται κάμπιες ν’ αποσυρθούν.


Για το Νίκο Καζάνα δεν γνώριζα τότε απολύτως τίποτα. Καθώς δεν υπήρχε καν το βιογραφικό του στη συλλογή, η μόνη ίσως ενδιαφέρουσα πληροφορία στο τέλος του βιβλίου ήταν ότι τα ποιήματα επιμελήθηκε πριν από τη δημοσίευσή τους, μεταξύ άλλων, και η γνωστή ποιήτρια Μελισσάνθη.

Πράγματι, τα ποιήματα της συλλογής γράφτηκαν το καλοκαίρι του 1985 και τυπώθηκαν την ίδια χρονιά. Η Μελισσάνθη βρισκόταν ακόμα στη ζωή (πέθανε  το 1990). Οι βιογραφίες της Μελισσάνθης αναφέρουν ότι το σπίτι της ήταν ανοικτό σε νέους ποιητές, και αγαπούσε τη συναναστροφή τους. Πολλά χρόνια αργότερα, όταν εντόπισα και τη δεύτερη συλλογή του Νίκου Καζάνα με τον τίτλο: “Χαμόγελα Χειμώνα” , η οποία εκδόθηκε επίσης από τις εκδόσεις Διάγραμμα το 1987 πληροφορήθηκα ότι γεννήθηκε το 1939 στη Χίο και σπούδασε Φιλολογία και γλωσσολογία στην Αγγλία, ειδικεύτηκε δε στη Σανσκριτική.

Έχοντας πια δεδομένη την γνωριμία του με την ποιήτρια Μελισσάνθη ήδη από το πρώτο βιβλίο, και γνωρίζοντας πως η ποίηση της τελευταίας χαρακτηρίζεται από έντονη υπαρξιακή αγωνία, πρόσεξα ιδιαίτερα το παρακάτω ποίημα από τη δεύτερη συλλογή του Νίκου Καζάνα:

ΥΠΑΡΞΙΑΚΟ

Όσο κι αν ξενίζει, συχνά αμφιβάλλω
την ουσιαστική ύπαρξη των άλλων.
Δεν λέω δεν υπάρχουν. Άφθονα ονόματα
κουδουνίζουν και σωπαίνουν αυτόματα
καθώς σαν όνειρα σκοταδιού στο φως
ξυπνούν και σηκώνονται συνεχώς
και κινούνται γύρω μορφές και σχήματα
που όλο τρέχουν, προς τα δικά τους μνήματα.

Αχ, ναι, πράγματα, πρόσωπα, κορμιά
ζωντανεύουν στο δέρμα ηλεκτρικά
μ’ ένα άγγιγμα, μα μ’ ένα κλικ στο νου
εξαφανίζονται, σαν λάμψη αφρού.


Βλέπουμε εδώ έναν κόσμο ρευστό, όπου τίποτα δεν είναι οριοθετημένο, όπου τα “όνειρα σκοταδιού στο φως ξυπνούν” και “κινούνται γύρω μορφές και σχήματα”, που εξαφανίζονται, αφήνοντάς μας σε μια διαρκή σύγχυση και αμφιβολία για τη φύση της ίδιας της πραγματικότητας. Την ίδια ακριβώς αμφιβολία που αποκομίσαμε διαβάζοντας το πρώτο ποίημα, όπου τα λαμπάκια της μνήμης αναβοσβήνουν, χωρίς να ξέρουμε τι και ποιόν θα φωτίσουν κάθε φορά. Και δίχως να ξέρουμε αν αυτό που φωτίζεται ή κουδουνίζει είναι κάτι που υπήρξε στ’ αλήθεια ή πρόκειται για “ένα όνειρο σκοταδιού στο φως”.

Στο τέλος όμως, μας λέει ο Νίκος Καζάνας και στα δύο ποιήματα, δεν έχει σημασία αν υπάρχει η πραγματικότητα ή αν είναι κάτι άυλο και ονειρικό, γιατί όλα καταλήγουν προς το αναπόφευκτο τέλος του θανάτου. “Οι μάσκες λιώνουν, κοντεύουν να διαλυθούν” δηλώνει στο πρώτο ποίημα, κι “όλο τρέχουν προς τα δικά τους μνήματα” στο δεύτερο.

Ας δούμε εδώ πόσο στενά συνδέονται τα δύο παραπάνω ποιήματα με την ποίηση της Μελισσάνθης. Προτίμησα να παραθέσω ένα από τα πιο γνωστά της ποιήματα, που έχει τον τίτλο “Στη νύχτα που έρχεται”, αν και πολλά από τα ποιήματά της έχουν παρόμοια θεματολογία. Το ποίημα είναι το εξής:

ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ

Ξεκινάμε ανάλαφροι, καθώς η γύρη
που ταξιδεύει στον άνεμο.
Γρήγορα πέφτουμε στο χώμα
ρίχνουμε ρίζες, ρίχνουμε κλαδιά
γινόμαστε δέντρα που διψούν ουρανό
κι όλο αρπαζόμαστε με δύναμη απ’ τη γη.
Μας βρίσκουν τ’ ατέλειωτα καλοκαίρια
τα μεγάλα κάματα. Οι άνεμοι, τα νερά
παίρνουν τα φύλλα μας. Αργότερα
πλακώνουν οι βαριές συννεφιές
μας τυραννούν οι χειμώνες κι οι καταιγίδες.
Μα πάντα αντιστεκόμαστε, ορθωνόμαστε
πάντα ντυνόμαστε με νέο φύλλωμα.
Ωσότου φτάνει ένας άνεμος παράξενος
-κανείς δεν ξέρει πότε κι από που ξεκινά-
μας ρίχνει κάτω μ’ όλες μας τις ρίζες στον αέρα.

Για λίγο ακόμα, μες στη φυλλωσιά μας
κάθεται κρυμμένο – να πει μια τρίλια του
στη νύχτα που έρχεται – ένα πουλί.



Βλέπουμε εδώ ολοφάνερα την ψυχική ταύτιση των δύο ποιητών καθώς πραγματεύονται ένα κοινό θέμα: τι γίνεται καθώς ο άνθρωπος μεγαλώνει και παλεύει με κάθε λογής αντιξοότητες, εξωτερικές και εσωτερικές; Συνεχίζει προφανώς την πάλη, ακόμα κι αν αμφιβάλλει για την ίδια τη φύση της πραγματικότητας, μα κάποια στιγμή “ένας παράξενος άνεμος, που δεν ξέρουμε από πού ξεκινά”, θαρρείς σταλμένος από έναν άλλο κόσμο, δηλώνει πως ήρθε η ώρα “να μπούμε στα δικά μας μνήματα”, διατηρώντας πάντα την απροσδιοριστία και την αμφιβολία για το επέκεινα.

Κι έτσι, εκείνο το καλοκαίρι του 1992, το προσωπικό μου “καλοκαίρι της Μελισσάνθης”, ταξίδεψα στη λογοτεχνία μέσα από τους στίχους αυτών των δύο ποιητών, γνωρίζοντας καλά πως ήμουν ένα δέντρο που διψούσε για ουρανό, μα δεν θ’ αργούσε η ώρα του φθινοπώρου και του χειμώνα. Αγαπητέ αναγνώστη, εσύ που ταξίδεψες σήμερα μαζί μου διαβάζοντας αυτό το ντοκουμέντο,
τι έχασες;
Τι νομίζεις είχες;


επιστροφή

άρθρα