2008, Περιοδικό Οροπέδιο: Χρονική περιπλάνηση στην Πάτρα

(άρθρο στο περιοδικό Οροπέδιο, τεύχος 6, χειμώνας 2008-2009)

Η Πάτρα αποτελεί για μένα την πόλη της καρδιάς μου, αν και δεν έχω η ίδια κάποια καταγωγή από εκεί, ούτε έχω ζήσει για μεγάλα χρονικά διαστήματα σε αυτήν. Είναι όμως η γενέθλια πόλη του άντρα μου, και γι’ αυτό το λόγο την επισκέπτομαι συχνά.

Έτσι, ήταν αναμενόμενο να διαβάζω με ενδιαφέρον ο,τιδήποτε σχετικό με την Πάτρα πέσει στα χέρια μου: από την ιστορία της πόλης και τα ιστορικά μυθιστορήματα και κυρίως φυσικά από τα ποιήματα.

Ολες οι πόλεις με ενδιαφέρουν από αρχιτεκτονική και ιστορική άποψη. Μου αρέσει πάντα να παρατηρώ και να σκέφτομαι πως ήταν η πόλη πριν από αρκετά χρόνια και πως άλλαξε τώρα. Καθώς με γοητεύουν ιδιαίτερα οι αρχές του 20ου αιώνα και τα χρόνια του μεσοπολέμου, πρόσεξα ιδιαίτερα το ποίημα του Παναγιώτη Κανελλόπουλου (του γνωστού πολιτικού) από τη συλλογή Πικροδάφνες (Αθήνα 1955), που αρχίζει έτσι:

“… Στην  πόλη όπου γεννήθηκα είμαι πάλι
για λίγες ώρες…Κάποτε είχα βγάλει
στην Πάτρα το γυμνάσιο. Πότε; Η μνήμη
που μου απαντάει δεν είναι πια η δική μου.
Σα να τ’ ακούω από άλλους, σα μια φήμη
που περπατάει μονάχη, κι η ακοή μου
την πιάνει κάπου, μοιάζουνε τα πάντα
που έζησα τότε, σκέψεις και συμβάντα…”

Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος γεννήθηκε στην Πάτρα το 1902 και δημοσίευσε τη συλλογή το 1955. Άρα, έγραψε το παραπάνω μεταξύ 1945 και 1954 (δεδομένου ότι η προηγούμενη ποιητική συλλογή του είχε εκδοθεί το 1945), κι ενώ είχαν προηγηθεί πολλά και έντονα πολιτικά γεγονότα, που δεν μας αφορούν σε αυτό το κείμενο και δεν τα εξετάζουμε εδώ, τα οποία ασφαλώς είχαν αλλάξει τη ψυχοσύνθεσή του, και άρα και τον τρόπο που έβλεπε τη γενέθλια πόλη.

Εξάλλου, και οι ίδιες οι ελληνικές (και όχι μόνο) πόλεις άλλαξαν πολύ στη δεκαετία του 1950, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο και τον Εμφύλιο πόλεμο. Η αντιπαροχή και η ανοικοδόμηση μετέτρεψαν την απλή, αλλά και όμορφη αστική Πάτρα των αρχών του 20ου αιώνα, με τα θαυμάσια νεοκλασικά κτίρια της κάτω πόλης σιγά σιγά σε ένα σύγχρονο κέντρο, με πολυκατοικίες, άναρχη δόμηση και κυκλοφοριακό πρόβλημα, όπως όλα τα μεγάλα σημερινά αστικά κέντρα.

Κι έρχεται τώρα η φωνή ενός σύγχρονου Πατρινού ποιητή, του Χρήστου Τσιάμη, να απαντήσει μετά από τόσα χρόνια στους παραπάνω στίχους του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, μέσα από το βιβλίο του: Μακρινός Περίπατος στην Πάτρα, Εκδόσεις Μελάνι, Δεκέμβριος 2007.

Να σημειώσω προκαταβολικά ότι ο Τσιάμης δεν αναφέρει κάτι για τους στίχους του Κανελλόπουλου, πιθανότατα να μην τους έχει διαβάσει καν – παρόλα αυτά η συνομιλία τους είναι αβίαστη και αυθεντική, όπως μόνο δυο ποιητές μπορούν να συνομιλήσουν μέσα στο χρόνο, με κοινό σημείο αναφοράς τη γενέθλια πόλη:

ΜΕΡΙΚΟΙ

“…Μερικοί περπατούν μόνοι τους σκυφτοί και μουρμουρίζουν.
Φτάνουν στις αποβάθρες και βρίζουν δυνατά τους αέρηδες.
Κάθε κακό που μας έτυχε τους το καταλογίζουν.
Κλείνουν τα μάτια και βλέπουν να τους περιτριγυρίζουν
μπουλούκια από επικίνδυνους, άξεστους και χασομέρηδες.


Μερικοί βαδίζουν ξάστεροι κι αεράτοι, και σφυρίζουν.
Τεντώνουν τους δρόμους, τους δένουν φιόγκους ωραίους,
σαν κορδέλες τους λύνουν, τίποτα δεν φαντάζει το ίδιο.
Κλείνουν τα μάτια τους και περιστρέφονται σ’ έναν ίλιγγο.
Ανακατώνεται η πόλη, δεν την αναγνωρίζουν – κι αρχίζουν…”



Αυτά γράφει ο Τσιάμης, κι εγώ φαντάζομαι τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο να περπατάει μόνος και σκυφτός στην αποβάθρα του λιμανιού της Πάτρας το 1950 ή 1953, πενήντα και πλέον χρόνια πριν, και να περιστρέφεται μόνος σε έναν ίλιγγο, καθώς η πόλη ανακατώνεται (εξωτερικά και αλλά και εσωτερικά για κείνον) και δεν την αναγνωρίζει.

Μα ας δούμε και το δεύτερο μισό του ποιήματος που έγραφε ο Κανελλόπουλος εκείνο το πρωινό στην προκυμαία, πριν από μισό και πλέον αιώνα:

“…Θυμάμαι…Ποιος θυμάται; Κάποιος άλλος
για μένα τα θυμάται όσα είχα ζήσει
Τα χρόνια εκείνα ίσως τα πάντα είχα γνωρίσει.
Θαρρώ πως τότε ήμουνα πιο μεγάλος.
Και πίσω μου είχα πείρα ατομική μου
την αιωνιότητα…
Και τώρα; Πίσω μου έχω μοναχά τη ζωή μου
και μια χαμένη νεότητα...”

Αυτά μας λέει ο Κανελλόπουλος, κοιτάζοντας προς τα πίσω, καθώς περιδιαβαίνει την Πάτρα του 1950. Μα ο Τσιάμης του απαντά ευθύς, ολοκληρώνοντας κι αυτός το σύγχρονό του ποίημα:

“…Μερικοί πίσω από έδρες διορίζονται και διορίζουν.
Βάζουν στη σειρά τις μέρες, κι ύστερα τις γεμίζουν
με επισκέψεις, με συναλλαγές, τελετές και κερατιές.
Πριν φύγουν, θα υπογράψουν στης πόλης τη Βίβλο
για τις γενιές, με υπομνήματα που κοιτάζουν πίσω…”


“Πίσω μου είχα την αιωνιότητα, και τώρα μια χαμένη νεότητα”, λέει ο ένας, “πριν φύγουν θα υπογράψουν υπομνήματα που κοιτάζουν πίσω” απαντάει αμέσως και εκπληκτικά ο άλλος, λες και συνομιλούν ευθέως μέσα από κάποιο χρονικό διαδίκτυο.
Και ιδού πως, ο περίπατος στην Πάτρα δεν γίνεται μόνο μέσα στον χώρο, αλλά και μέσα στο χρόνο: δυο ποιητές, εκ των οποίων ο νεότερος πιθανόν και να αγνοεί το προγενέστερο ποίημα συνομιλούν άψογα μέσα από τους στίχους τους, καθώς περιπλανιούνται στην πόλη με διαφορά πενήντα ολόκληρων ετών.

Τους φαντάζομαι καθισμένους στο ίδιο σημείο στην προκυμαία, ένα χειμωνιάτικο πρωινό ή ένα ηλιοβασίλεμα του καλοκαιριού, μπροστά στον Φάρο που στέκει επίσης όλα αυτά τα χρόνια σύμβολο για τους Πατρινούς, να γράφουν παρακάμπτοντας το χωροχρόνο και στέλνοντας μυστικά μηνύματα ο ένας στον άλλον. Αλλά κάπως έτσι δεν ενεργούν τελικά όλοι οι ποιητές;

Σε μια γωνιά, κρυμμένη πίσω από τον ίδιο φάρο βρίσκομαι κι εγώ, για να μεταφέρω τα μηνύματα εκατέρωθεν, αλλά και σε σας τους αναγνώστες, επειδή αυτό το λογοτεχνικό ταξίδι μου όρισε να κάνω σήμερα η πόλη…


επιστροφή

άρθρα