2009, Περιοδικό Οροπέδιο: Το ταξίδι του μαύρου καβαλάρη

(άρθρο στο περιοδικό Οροπέδιο, τεύχος 7, καλοκαίρι 2009)

Το σημερινό μας ταξίδι είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Σπήλιου Παπαγιαννόπουλου, που απεβίωσε τον περασμένο Νοέμβρη (του 2008). Τον κύριο Σπήλιο δεν πρόλαβα να τον γνωρίσω από κοντά. Ωστόσο, έχοντας διαβάσει και τις τρεις ποιητικές συλλογές που εξέδωσε από τον Καστανιώτη τα έτη 2000, 2002 και 2006,  τον “συνάντησα” και συνομίλησα μαζί του στο Διαδίκτυο, όπου και δώσαμε μια υπόσχεση δια ζώσης γνωριμίας, που δεν υλοποιήθηκε ποτέ, αφού μεσολάβησε ο θάνατός του, σε ηλικία 64 ετών.

Ο Δυτικός Πολιτισμός μας ενισχύει με κάθε τρόπο τη βιομηχανία της λήθης του θανάτου. Παρόλο που για τους αρχαίους πολιτισμούς, και μέχρι πολύ πρόσφατα, η ιερότητα του θανάτου ήταν δεδομένη και σεβαστή, σήμερα απλά απωθούμε κάθε σκέψη τέλους, και βαυκαλιζόμαστε με την ψευδαίσθηση μιας αιώνιας νεότητας και προσδοκώμενης αθανασίας. Μας έχουν μείνει μόνο οι ποιητές μας, που συχνά πενθούν οικείους ή ομοτέχνους, για να μας θυμίζουν το εφήμερο της παρουσίας μας στη Γη.

Ο πιο σκληρός θάνατος είναι αναμφίβολα ο θάνατος του παιδιού, και ειδικότερα του μικρού παιδιού, κάτι που ο Κωστής Παλαμάς ύμνησε με τρόπο αξεπέραστο, με τους στίχους που όλοι γνωρίζουμε από τον Τάφο:

Στο ταξίδι που σε πάει ο μαύρος καβαλάρης,
κύτταξε απ' το χέρι του, τίποτε να μην πάρεις.
Κι αν διψάσεις μην το πιείς από τον κάτου κόσμο
το νερό της αρνησιάς, φτωχό κομμένο δυόσμο!
Μην το πιείς κι ολότελα κι αιώνια μας ξεχάσεις...
βάλε τα σημάδια σου το δρόμο να μη χάσεις

Σε αυτό το σημείο, ο Παλαμάς συναντιέται μοναδικά με έναν σύγχρονο ποιητή μας, τον Γιώργο Ανυφαντή, που δημοσίευσε πρόσφατα ένα σπαρακτικό (αλλά και απόλυτα σύγχρονο στη γλώσσα και στη σύλληψη) ποίημα, πενθώντας και ο ίδιος ένα παιδί, και μάλιστα βρέφος (βρίσκεται στη συλλογή του: Το Δώρο του Πόνου, Καρδίτσα 1997):


ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Σήμερα , πρώτη του μηνός, στη Σαλονίκη,
το βρέφος τούτο μούφεραν νεκρό.
Κι ανοίγοντας το στήθος το μικρό
είδα βαθιά κοιτάζοντας με φρίκη
πως είχε στο πνευμόνι τρυπηθεί.
Κι ήταν αυτή αιτία του θανάτου.
Μα θάχε απ’ το Θεό αγαπηθεί:
Στη ράχη ξεφυτρώναν τα φτερά του.



Τους στίχους του Παλαμά και του Ανυφαντή τους χωρίζει ένας αιώνας σχεδόν, κι όμως ο πόνος της απώλειας, όπως και η ματιά τους πάνω στο θάνατο του παιδιού παραμένει η ίδια, έτσι ώστε να μας θυμίζει – μισό ακόμη αιώνα προς τα πίσω από τον Παλαμά – το επίσης γνωστό ποίημα του Γιώργου Ζαλοκώστα:


Ήτον νύχτα, εις την στέγη εβογκούσε
ο βοριάς και ψιλό έπεφτε χιόνι.
Τι μεγάλο κακό να εμηνούσε
ο βοριάς που τ΄ αρνάκια παγώνει;
…..
Ω! κακό που μ΄ εβρήκε μεγάλο!
Το παιδί μου, γιατρέ, το παιδί μου...
Ένα το ΄χω, δεν μ΄ έμεινεν άλλο
σώσε μου το και πάρ΄ την ψυχή μου.

Κι αν καταλαβαίνουμε αμέσως το συναίσθημα από το θάνατο ενός παιδιού, ωστόσο τα συναισθήματα που προκύπτουν από τον θάνατο των ενηλίκων είναι πολύ πιο περίπλοκα, και εξαρτώνται πάντα από τη σχέση μας με τον εκλιπόντα.

Ο Σπήλιος Παπαγιαννόπουλος γεφυρώνει μοναδικά το χάσμα, αφιερώνοντας τους παρακάτω στίχους από το ποίημα του “Νανούρισμα” (από το βιβλίο: Τα μπλουζ των παραισθήσεων, εκδόσεις Καστανιώτη 2006, σελ. 20) πιθανότατα σε ενήλικη γυναίκα, που όμως τη βλέπει και τη νιώθει σαν αθώο παιδί:

Κοιμήσου
Τ’ απροσκύνητα τ’ αγρίμια της αβύσσου
λιμπίστηκαν το νιόφυτρο βουβό σου πανικό
που ‘χει απ’ το λώρο αποκοπεί πικρής ανάμνησής σου
ντυμένος το παρθενικό της νύχτας νυφικό

Κοιμήσου
Προφητάνακτες ανέμοι στο κορμί σου
ψαύουνε των μελλούμενων καιρών τη συντυχιά,
που στ΄άχραντο παλίμψηστο της σάρκας της χυτής σου
έχουν χαράξει τα τυφλά της μοίρας σου στοιχειά.


Για τον θάνατο των φίλων μας, των οικείων μας, των ομοτέχνων μας έχουν γραφτεί τόσα πολλά, που η επιλογή μου ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Αποφάσισα όμως να συνοδέψω το σημερινό μας κείμενο-ταξίδι του μαύρου καβαλάρη με τους στίχους από ένα υπέροχο ποίημα του Μάνου Ελευθερίου, με τίτλο: Ακτινογραφία Θώρακος (εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2003, συλλογή: η πόρτα της Πηνελόπης)

Στον Αδη πάνε οι φίλοι μας μονάχοι
και τα κρυφά τους πένθη αιμορραγούν.
Το στόμα τους μυρίζει μοσχοκάρφι,
κουράστηκαν μυστήρια να εξηγούν.
Ανυπεράσπιστοι, μοιραίοι θεατρίνοι,
με τα μαλλιά λουσμένα μπριγιαντίνη.
……………

Μες τις παλιές κρυφές φωτογραφίες,
κυλάει φρικτός ο θρήνος ημερών.
Σκιές και φως. Σαν ακτινογραφίες,
του θώρακος, της πλάτης, των φτερών.
Δίπλα σου πάντα οι άγιοι στρατηλάτες
πενθούν για τις δικές μας αυταπάτες.

Στον Αδη πάνε οι φίλοι κι άλλοι φίλοι
μονάχοι, ανυπεράσπιστοι, βουβοί.
Με τη φωνή κλεισμένη σε κοχύλι
την ύστατη να βρούνε αμοιβή.
Εκεί που βρίσκουν όλα θεραπεία.
Στο πέραν. Στο ποτέ. Στην ουτοπία.


Κλείνω το σημερινό μας ταξίδι με στίχους του Σπήλιου Παπαγιαννόπουλου, από την συλλογή που αναφέραμε παραπάνω, μια και σε εκείνον είναι αφιερωμένο το κείμενο αυτό:

ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΘΥΜΑΤΑΙ (σελ.62)

Ποιος θα θυμάται ότι πέρασα από δω
Σκιές τα ίχνη μου στο πέρασμα τ’ ανέμου.
Στιγμές που αρνήθηκα σαπίζουν μεσαθέ μου
κουφάρια διάσπαρτα στου χρόνου το έμπεδο.

…….
Ποιος θα θυμάται πόση ικέτεψα στοργή
απ’ την απόγνωση που μ’ είχε υιοθετήσει.
Το χάος που μ’ άρμεγε και το ΄χα απορροφήσει
Την άγια φύση μου και την αμαρτωλή.

-------

Δεν θα γυρίσω, όπως θα φεύγω, να μην δω
να κλαίει η σκιά μου λιγοστεύοντας. Κι ακόμα,
το θάνατό της να γλυκοφιλάει στο στόμα.
Ποιος θα θυμάται ότι πέρασα από ‘δω….


επιστροφή

άρθρα