2007, Περιοδικό Οροπέδιο: Ο μικρός με τα γυαλάκια ζει ακόμη

Το ντοκουμέντο
Σοφία Κολοτούρου
Ταξίδια στη Λογοτεχνία

(άρθρο στο περιοδικό Οροπέδιο, τεύχος 3, καλοκαίρι 2007)

Κάθε βιβλίο, κάθε ποίημα, κάθε στίχος, κάθε εμπνευσμένη σκέψη που διαβάζουμε κρύβει μέσα της –πέρα απ' τις προθέσεις και τις σκέψεις του δημιουργού- και ένα ταξίδι μεταμόρφωσης και για τον αναγνώστη. Το καλό βιβλίο, αλλά (υπό προϋποθέσεις) και το μέτριο βιβλίο ή ποίημα που διαβάσαμε μπορεί να μας μεταμορφώσει. Σ' αυτή τη στήλη σκοπεύω να μοιραστώ μαζί σας ορισμένα από τα ταξίδια που έχω κάνει με κάποια ποιήματα ή βιβλία ή και μεμονωμένους στίχους ή σκέψεις των συγγραφέων και ποιητών, και ακολούθως να σας παραδώσω τη σκυτάλη για να ταξιδέψετε ενδεχομένως κι εσείς.


Ο μικρός με τα γυαλάκια ζει ακόμη


Υπάρχει ένα ποίημα που έχω διαβάσει άπειρες φορές και διαβάζοντάς το κλαίω – κάθε φορά. Το ανακάλυψα ξεχασμένο στο στοκ του Ιανού σε μια εκδρομή μου στη Θεσσαλονίκη. Διότι ο Ιανός στη συμπρωτεύουσα έχει και ειδικό μαγαζί με στοκ βιβλίων (ή τουλάχιστον είχε πρόπερσι). Γιατί βέβαια, το βιβλίο πρέπει να σκοτωθεί, σωστότερα να “στοκοποιηθεί”, όταν...γεράσει και δεν είναι πια της μόδας. Κάτι ανάλογο με το παζάρι βιβλίων που γίνεται στην Αθήνα κάθε χρόνο, στην πλατεία Κλαυθμώνος.  

Επειτα, ο ποιητής που το έγραψε και λέγεται Σολδάτος Δημήτρης, από τη Λευκάδα, το είχε μάλλον ψυχανεμιστεί ότι η συλλογή του σύντομα θα χαρακτηριζόταν ...ντεμοντέ, γι’ αυτό και πρόλαβε πρώτος να την ονομάσει  Καφέ Ρετρό. Συλλογή με γνήσια λυρική ποίηση, ποιήματα απλά –αλλά οπωσδήποτε όχι απλοϊκά-, παραδοσιακής φόρμας, με στρωτό ρυθμό και ρίμα, που το καθένα συνοδεύεται (και συχνά περιγράφει) από μια ασπρόμαυρη φωτογραφία. Μια γνήσια και χαμηλότονη λυρική συλλογή, που τυπώθηκε από τις εκδόσεις Ηλία Κοντογεώργη το 2004.

Το διάβασα με συγκίνηση και ενδιαφέρον, ωστόσο ξεχώρισα αμέσως το ποίημα “Φωτογραφία”, που θα παραθέσω στη συνέχεια. Δίπλα στο ποίημα παρατίθεται η φωτογραφία που αναδημοσιεύουμε (με την άδεια του ποιητή) και εδώ. Προφανέστατα πρόκειται για μια οικογενειακή φωτογραφία, στο κέντρο της οποίας βλέπουμε ένα ζεύγος νεονύμφων –ο γαμπρός με τα καλά του, η νύφη με το νυφικό- και γύρω η οικογένεια. Το ποίημα ξεκινάει:

Νιοχώρι, μιας θολής χρονολογίας.
Οι νιόνυμφοι, μαζί κι οι καλεσμένοι,
ποζάρουν γελαστοί κι ευτυχισμένοι
μπροστά απ’ το ναό της Παναγίας.

Στη συνέχεια ο ποιητής συνομιλεί με τη νύφη, που είναι πια γριά (δεν διευκρινίζεται η ακριβής συγγενική τους σχέση) και σχολιάζει τη φωτογραφία, ενώ του εξηγεί ποιά είναι τα πρόσωπα:

– Ο Γιώργος είν’ αυτός με τη γραβάτα
και πλάι του εγώ. Αχ, η ζαγάρω,
τι όμορφη που ήμουν! Να η Μάρω!
Και δίπλα της η θεια σου η Σταμάτα.

Το βλέμμα όμως του ποιητή εστιάζει στο παιδάκι που βρίσκεται στα άκρο δεξιά της φωτογραφίας, στο “μικρό με τα γυαλάκια”.

– Ποιος είναι, τη ρωτάω απορημένος,
εκείνος ο μικρός με τα γυαλάκια
και τα κοντά λευκά παντελονάκια;
– Κακότυχος, μου λέει, ο καημένος!

Παιδάκι, είχε κάποτε αρρωστήσει…,
χειμώνας…, κρύο…, χιόνια στην Ελάτη,
και έλειωσε απ’ τη θέρμη στο κρεβάτι.
Το όνομά του το ‘χω λησμονήσει…

Σ’ αυτό το σημείο, η συγκίνηση ξεχειλίζει, αλλά δεν κορυφώνεται. Αντίθετα, ο ποιητής συνεχίζει να συνομιλεί με τη γριά για άλλα θέματα, Αλλά στη σκέψη του στριφογυρίζει το θέμα του “μικρού με τα γυαλάκια”, μέχρι που ξεσπάει:

– Μικρέ μου φίλε, σ’ ένα ποίημά μου
μπες, κι όσο αυτό θα ζει, μαζί του ζήσε…
Ολόκληρη η ζωή μου: γράψε-σκίσε!
Δεν έχω άλλη καρδιά απ’ τα χαρτιά μου,

δεν έχω άλλη ψυχή από το στίχο.
(Δίπλα, η γριούλα μόνη της μιλούσε…
Δεν άκουγα… Κι εκείνη δεν κοιτούσε
που η εικόνα δάκρυσε στον τοίχο!)

Και να, η κορύφωση του δράματος.... Ολοι εμείς που πονάμε για την ποίηση, νιώθουμε πολύ έντονα τό: “Δεν έχω άλλη καρδιά από τα χαρτιά μου, δεν έχω άλλη ψυχή από το στίχο” που αυτομάτως μας θυμίζει το Καρυωτακικό εκείνο: “δικά μου οι στίχοι, από το αίμα μου παιδιά”. Πράγματι και για μας πόσες φορές δεν είναι ολόκληρη η ζωή μας γράψε-σκίσε; Και πόσες φορές δεν έχουμε νιώσει κι εμείς το αίσθημα που διακατέχει τον ποιητή όταν σπαράζει: Σ' ένα ποίημά μου μπες κι όσο αυτό θα ζει μαζί του ζήσε”;

Βλέπουμε τότε την εικόνα του παιδιού, που έχει γίνει αντικείμενο ποιητικής λατρείας, να ανταποκρίνεται και δακρύζει – άρα ξαναζεί. Σαφής εδώ ο παραλληλισμός με τις θρησκευτικές εικόνες στις εκκλησίες, σαφής και η “αγιοποίηση” του αθώου παιδιού που πέθανε πολύ μικρό – άρα και προτού αμαρτήσει. Ολα αυτά όμως, και η θλίψη του ποιητή και η αγιοποίηση του παιδιού δίνονται έμμεσα, μέσα από έναν υπαινιγμό, χωρίς ούτε μια στιγμή να φαντάζουν καυγαλέα και θεατρικά.

Φίλε αναγνώστη, ο μικρός με τα γυαλάκια ζει ακόμη, μέσα από το Σολδάτο που έγραψε το ποίημα, μέσα από μένα και τώρα και από σένα. Είναι η σειρά σου να ταξιδέψεις διαβάζοντας το ποίημα αυτό, κι αν σου αρέσει όπως άρεσε και σε μένα θα κάνεις την εικόνα να δακρύζει κάθε φορά που θα το απαγγέλλεις.


επιστροφή

άρθρα