2007-2008, Περιοδικό Οροπέδιο: Ένα τραγούδι σε στυλ Καββαδιακό

(άρθρο στο περιοδικό Οροπέδιο, τεύχος 4, χειμώνας 2007-2008)

Το σημερινό μας ταξίδι στη λογοτεχνία μας πάει πίσω στα 1994-95. Ημουν τότε φοιτήτρια της Ιατρικής στο Ηράκλειο της Κρήτης και σε μία από τις καθιερωμένες βόλτες μου στα τοπικά βιβλιοπωλεία, όπου έψαχνα με μανία τις ποιητικές συλλογές έπεσα πάνω σε ένα μικρό βιβλιαράκι. Είχε τον τίτλο: Πικρή Βροχή και είχε εκδοθεί από τις εκδόσεις  Λιβάνη (Νέα Σύνορα) το 1990. Το αγόρασα χωρίς δεύτερη σκέψη, γιατί αυτό το όνομα ήταν πολύ οικείο σε μας τους φοιτητές ιατρικής: επρόκειτο για τον Καθηγητή (ομότιμο ήδη τότε) της Μαιευτικής και Γυναικολογίας στην Αθήνα.
 
Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο στάθηκα ιδιαίτερα σε 3-4 ποιήματα που είχαν ιατρική θεματολογία και ήταν προφανώς βασισμένα στις εμπειρίες του από τα διάφορα νοσοκομεία. Ομορφα ποιήματα (συν κάποιες μεταφράσεις), τα περισσότερα γραμμένα σε κλασικά ομοιοκατάληκτα τετράστιχα. όμορφα μεν, μα –τα πιο πολλά- χωρίς κάτι το ιδιαίτερο. Κι αν με συγκίνησε (και ορισμένα με συγκίνησαν για χρόνια, και ανατρέχω σε αυτά συχνά) η ιατρική του θεματολογία, αυτό οφείλεται μάλλον στα κοινά βιώματα, που τόσο ωραία εξέφρασε στο ποίημα με τίτλο Μ.Μ.Η (Μαιευτήριο Μαρίκα Ηλιάδη):

Φορούσαμε άσπρες μπλούζες, σαν αγγέλοι
και περγελούσαμε το παν και το Θεό.
Καθένας έβλεπε στον άλλο έναν εχθρό
και φίλο μόνο αν είχαμε οφέλη.

Μα υπήρχε κι ένα ποίημα που ξεχώριζε εμφανώς από τα υπόλοιπα. Είχε τον τίτλο Λαύρειο (με έψιλον γιώτα, κατά την αρθογραφία της εποχής) και είχε γραφτεί το 1943. Ηταν αφιερωμένο στον Κόλλια Καββαδία. Εκείνη την εποχή είχαν μόλις κυκλοφορήσει οι επανεκδόσεις του Καββαδία από τις εκδόσεις Αγρα (το 1993 συγκεκριμένα) και μελετούσα για πρώτη φορά το έργο του. Δεν άργησα να θυμηθώ ότι και ο Καββαδίας είχε αφιερώσει ένα ποίημα από τη συλλογή Πούσι στον Π.Π. Παναγιώτου. Συγκεκριμένα, του είχε αφιερώσει το Campay’s Water. Υπενθυμίζω δε ότι το Πούσι κυκλοφόρησε το 1947. 
  
Αρα, λογικά ο Παναγιώτου και ο Καββαδίας γνωρίστηκαν ίσως στην κατοχική Αθήνα, όπου ο Καββαδίας είχε παραμείνει ξέμπαρκος ―γι’ αυτό εξάλλου χρησιμοποιεί και το χαϊδευτικό του προσωνύμιο Κόλλιας, γεγονός που δείχνει οικειότητα και γνωριμία.
Αναλύω στη συνέχεια το συλλογισμό μου: Είναι θεμιτό να υποθέσουμε ότι ο Π.Π. Παναγιώτου είχε ήδη διαβάσει τα ποιήματα της συλλογής Μαραμπού, που είχε κυκλοφορήσει από το 1933 και είχε συνεπώς επηρεαστεί από το Καββαδιακό ύφος. Δεν φτάνει όμως μόνο αυτό, γιατί –καθώς θα δούμε πιο κάτω– το ποίημα του Π.Π. Παναγιώτου δεν μοιάζει μορφολογικά με τα ποιήματα του Μαραμπού, αλλά με εκείνα που βρίσκονται στο Πούσι. Στις στροφές του ομοιοκαταληκτεί ο πρώτος με τον τέταρτο στίχο και ο δεύτερος με τον τρίτο, ακριβώς όπως στα περισσότερα από το Πούσι. επίσης, οι στίχοι του έχουν από δέκα έως 13 συλλαβές, όπως γίνεται κυρίως στο Πούσι, ενώ το Μαραμπού τείνει περισσότερο προς το 15σύλλαβο. Ας δούμε πως αρχίζει το ποίημα του Π.Π. Παναγιώτου:

ΛΑΥΡΕΙΟ

Στον Κόλλια Καββαδία

Aberalaw, του Cronin “Citadel”,
οχτάωρες της καμινίας βάρδιες,
κόγχες βαθουλωμένες, άδειες,
καινούριος Tμηματάρχης ο Blondel.

H “Παρασκευή” του Βλάσση αδειανή,
και το “Μπαούλο” στοιβαχτό, “χελώνες”.
Φωτοπλημμυρισμένες οι Κάβο-Κολώνες,
μα η κάθε μπούκα μια ιστορία σκοτεινή.

Ο Παύλος, ο Ματιάς κι ο Marriat,
μιλώντας και καπνίζοντας ολοένα,
καλαφατίζουνε του Sea Girl την καρένα,
αυτοί που μαστορεύουν τη φτυαριά.

Απολύτως «Καββαδιακό» θα το λέγαμε σήμερα και δεν θα μας έκανε μεγάλη εντύπωση, γιατί το Καββαδιακό στυλ έχει κατά κόρον αντιγραφεί σήμερα, όπως είχε αντιγραφεί στην εποχή του Καββαδία το στυλ του Μπωντλαίρ – εξ ου και ο περίφημος στίχος του (στο Μπαραμπού, στο ποίημα Gabrielle Ditot):
κι ένα τραγούδι εσκάρωσα σε στυλ Μπωντλαιρικό.

Καββαδιακό μεν, αλλά μας παραπέμπει κατ' ευθείαν στο Πούσι, και ιδιαίτερα θα έλεγα στο ποίημα Θαλάσσια Πανίς που ξεκινάει ως εξής:

Ενα κοχύλι σκουλαρίκι έχεις στ' αυτί
και στα μαλλιά θαλασσινό πράσινο αστέρα.
Tropical stormy – in Madras area cholera
και στο νησί του Lahka-diwa πυρετοί.

Υπέθεσα νωρίτερα πως ο γιατρός Π.Π. Παναγιώτου είχε ήδη διαβάσει ή ακούσει τα ποιήματα από την κατοπινή συλλογή Πούσι στην κατοχική Αθήνα –και είμαι βέβαιη πώς, αν ερμηνεύω σωστά την ψυχοσύνθεσή του, ως γιατρός πρέπει να εντυπωσιάστηκε πρώτα από αυτό το ποίημα, όπου η εισαγωγή γίνεται με χολέρα και πυρετούς. Με τη χολέρα γραμμένη έτσι, στ' αγγλικά, αισθάνεται ο Παναγιώτου πως είναι θεμιτό να χρησιμοποιήσει και ο ίδιος τις αγγλικές λέξεις στους στίχους του, όπως και κάνει στο ποίημα «Λαύρειο». 
 
Ο Καββαδίας αφιέρωσε το «Πούσι» στην ανιψιά του Ελγκα, το 1947. Δεν είναι απίθανη η υπόθεση ο Π. Π. Παναγιώτου να ήταν στην ιατρική ομάδα που παρακολουθούσε την εγκυμοσύνη και τον τοκετό της αδερφής του Καββαδία. Επίσης, μπορεί να είχαν γνωριστεί στο Αλβανικό Μέτωπο, όπου υπηρέτησε ο Καββαδίας. Ακόμα, ένας πιθανός τόπος συνάντησης των δυο ποιητών είναι η εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών, στην οποία ο Καββαδίας εντάχθηκε ακριβώς το 1943 (μάλιστα το 1945 τέθηκε επικεφαλής του ΕΑΜ Ελλήνων Λογοτεχνών).
Δυστυχώς, δεν έχουμε αρκετές πληροφορίες από το βιογραφικό του Π.Π. Παναγιώτου ώστε να το διερευνήσουμε. Είμαι ωστόσο βέβαιη πως κάπου είχαν γνωριστεί κι αντάλλαξαν ιστορίες –όπως το έγραψε ο Καββαδίας στο Campay’s water που τελικά αφιέρωσε στον γιατρό:

Τη νύχτα σου ’πα στο καμπούνι μια ιστορία,
την ίδια που όλοι οι ναυτικοί λένε στη ράδα
τα μάτια σου τα κυβερνούσε η σοροκάδα
κι όλο εμουρμούριζες βραχνά: «φάλτσο η πορεία…»

Κι ο γιατρός με τη σειρά του απαντάει στο «Λαύρειο»

Θα 'ρθει ο γιατρός καλέ μου, υπομονή!
Το φάρμακό σου πια το ξέρει, θα σ? το δώσει…
(Το μολύβι τα σπλάχνα έχει πληγώσει
Και του αρσενικού οι κάτασπροι καπνοί).

Δασκάλα με τα ολόξανθα μαλλιά,
ποιός σε διαβάζει, ανοικτό βιβλίο;
Κι άλλους γητεύει το παλιό σχολείο
κι άλλων θερμαίνεται για σένα η αγκαλιά.

Μάτια που λάμπουνε τη νύχτα στο γυαλό,
στο “μαύρο” για να διώξουν τα φαρμάκια,
του Καραλή του κόψαν τα χεράκια,
η δυναμίτη τον εστοίχειωσε κουλό…

 
Κι εδώ, είναι σαν να ακούμε τον Καββαδία από τα μέλλον, από τα Τραβέρσο πια, να χαιρετίζει τη «δασκάλα με τα ολόξανθα μαλλιά», το 1951 στους περίφημους Εφτά Νάνους στο s/s Cyrenia (με στίχους αφιερωμένους στην Ελγκα):

…Κόρη ξανθή και γαλανή, που όλο εμελέτα
ποιός ρήγα γιος θε να την πιει σ’ ένα ποτήρι.

Αλλά κι ο Καραλής που του κόψαν τα χεράκια, υπάρχει κι αυτός στους Εφτά Νάνους, κι ανακτώντας το ένα του χέρι, γίνεται Τότ:

Ο Τότ, του λείπει το ένα χέρι, μα όλο γνέθει
τούτο το απίθανο συνάφι να βρακώσει

Επειτα, τον συναντάμε χρόνια αργότερα, το 1972 στο ποίημα GUEVARA:
 
Γέροντας ναύτης, με τα μούτρα πισσωμένα,
βάρκα φορτώνει με την πιο φτηνή πραμάτεια.
Εχει τα χέρια από καιρό ψηλά κομμένα
Κι ήθελε τόσο να σου σφάλαγε τα μάτια.

Αυτές οι ομοιότητες μας πείθουν ότι ο Π.Π. Παναγιώτου, νιώθοντας μία ισχυρή εκλεκτική συγγένεια προς την ποίηση του Καββαδία, όχι μόνο αναγνώρισε πρώιμα (ήδη από το 1943) την εμβέλειά της και αισθάνθηκε την ανάγκη να μιμηθεί το ύφος της, αλλά και τα κατάφερε με πολύ μεγάλη επιτυχία, μπαίνοντας πραγματικά στον κόσμο και τον τρόπο σκέψης και γραφής του Καββαδία.

Το Λαύρειο συνεχίζεται και κλείνει ως εξής: 

Της φτώχειας ο αγιάτρευτος καημός,
πως λιώνει τις ψυχές σ' αυτό τον Άδη!
(Διακόσια μέτρα κάτω το πηγάδι)
Αχ, και να 'ρχότανε στην μπούκα ο λυτρωμός!…

Γονατιστός απόψε στ' όραμά σου
για σένα Λαύρειο, δέομαι σιγαλά:
ομίχλη την ψυχή μου απαλά
τυλίγει, και την ΦΤΩΧΕΙΑ – τ' όνομά σου!


1943

Εδώ ο Π.Π. Παναγιώτου ανακτά την προσωπική του φωνή, και δεν μιλάει πια σε Καββαδιακό ύφος: δεν κλείνει απότομα και κυνικά, όπως θα έκανε ο Καββαδίας, δεν σαλπάρει γι’ άλλο ταξίδι, να δει τί υπάρχει παρακάτω στον κόσμο.
 
Είναι η στιγμή που ο γιατρός αποφασίζει πως ο δικός του ρόλος δεν είναι στα ταξίδια ή στην ποίηση, αλλά πρωταρχικά στην προσφορά στο συνάνθρωπο που υποφέρει, από τα κομμένα χεράκια, από το μολύβι και το αρσενικό, και κυρίως από την φτώχεια. Αποφασίζει να είναι  πρώτα γιατρός και μετά ποιητής και αυτό το τήρησε ως το τέλος, παρόλο που σε μια στιγμή απολογισμού, στο ποίημα Μ.Μ.Η. που ανέφερα πιο πάνω γράφει (απευθυνόμενος στο συνάδερφό του, Ηλία Ελευθερουδάκη):

Μα τέτοιο θάρρος δεν εφώλιαζε σε μας.
Άδοξα κουβαλάμε το σταυρό μας,
κι από τον ίδιο μισητοί τον εαυτό μας,
βλάκες τιτλούχοι “με όλας τας τιμάς”.

Τα χρόνια βέβαια, να περάσουν δεν θ' αργήσουν.
Τι θα 'χει μείνει, Ηλία, απ' όλα αυτά;
Η τύψη της μικρότητας, που φωναχτά
θα δείχνει όσους δεν θέλανε να ζήσουν…

 
Κατά την πορεία της ζωής μας, πολλοί ίσως θα θέλαμε να κάνουμε πραγματικά ταξίδια, να ζήσουμε όπως ο Καββαδίας. Μα μία τέτοια ζωή δεν είναι εφικτή παρά για λίγους. όσοι όμως έχουμε τη δυνατότητα να ταξιδεύουμε μέσα από τη λογοτεχνία, έχουμε ίσως πραγματοποιήσει τα πιο δυνατά και μεγάλα ταξίδια με τη δύναμη του μυαλού μας –κι όταν δυο ποιητικά μυαλά ταξιδεύουν, μπορούν όχι μόνο να συναντηθούν, αλλά και να συμπορευτούν, για μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα, μέσα στην ποίηση.

 


επιστροφή

άρθρα