ΑΡΝΗΣΙΚΥΡΙΕΣ

Μνήμη Σωτήρη Μπαλή, 1962-2014

Έχει παλιώσει από καιρό η φωτογραφία,
κι ήσουν δεν ήσουν στα εικοσιοχτώ.
Κανείς δεν φανταζόταν την κηδεία,
το μέλλον δεν φαινόταν ζοφερό,
στα νιάτα μας υπήρχε αθανασία.

Περάσαμε τα πρώτα καλοκαίρια,
που μοιάζανε τα πάντα δυνατά
και στέλναμε ευχές στα πεφταστέρια
για γέλια, για ευτυχία και χαρά,
που γλίστρησαν, σαν άμμος απ’ τα χέρια.

Και γύρισαν τα χρόνια σαν κλεψύδρα
και γράφω, με τους στίχους μου κλισέ,
για Ρόδο, Σαντορίνη και για Ύδρα,
τα τετριμμένα, που τ’ ακούμε βερεσέ,
ζητώντας να ριμάρουν με τη Σκύδρα.

Μου τέλειωσαν κι οι λέξεις και η ρίμα
και μένει μόνο η λύπη και το σοκ
(- Τι νέος! Και πως πέθανε;  – τι κρίμα..
και άκουγε σκυλάδικα, όχι ροκ !
Η ασθένεια θερίζει, κι άλλο θύμα… )

Το ποίημα αυτό δεν ήθελα να γράψω,
δεν το σκεφτόμουν καν στα δεκαεννιά.
Και τώρα δεν μπορώ ούτε να σε κλάψω.
Δεν είσαι εσύ, είν’ όλη μια γενιά,
που θα ‘πρεπε πρωθύστερα να εγγράψω.

Αρχίζουνε οι πρώτες απουσίες,
και γράφει στα μελλούμενα εκδρομή,
τον ίσκιο τους τον ρίχνουν ηλικίες,
σε κείνο που προσμέναμε να ‘ρθει,
και ματαιώσαν οι αρνησικυρίες.

Στη νιότη μας ανάβουμε κεράκι,
κι αφήνουμε παράθυρο ανοιχτό,
του άλλου κόσμου να ‘ρθει τ’ αεράκι.
Για χρόνια αυτό το ποίημα στο χρωστώ,
ησύχασε,  ψυχούλα , Σωτηράκη.

21/2/2015

Ποιήματα