Δάντης, Σονέτο ΧΙΙΙ

 

στον Ααρών Μνησιβιάδη


Πόσο ευγενής προβαίνει η αρχόντισσά μου
πόσο άσπιλη τον κόσμο χαιρετάει!
Τρεμάμενη – σαν όλων – η μιλιά μου.
Κανείς να την κοιτάξει δεν τολμάει.

Βαδίζει – και ηχούν ύμνοι στ’ αυτιά μου.
Τη συστολή σαν ένδυμα φοράει,
σαν θαύμα μπρος στην έκθαμβη ματιά μου,
σαν να ‘ρθε απ’ τα επουράνια τα χάη.

Όποιος την είδε, ο πόθος του κρυφός,
μια γλύκα στην καρδιά του προμηνάει
- αυτός που δοκιμάστηκε το ξέρει.

Κινώντας απ’ την όψη της τ’ αγέρι
σαν πνεύμα, βέλη του Ερωτα σκορπάει
και λέει μες την ψυχή: “τι στεναγμός! ”


20/3/2014



Το πρωτότυπο:



Tanto gentile e tanto onesta pare
la donna mia quand’ella altrui saluta,
ch’ogne lingua deven tremando muta,
e li occhi no l’ardiscon di guardare.

Ella si va, sentendosi laudare,
benignaments d’umilta vestuta;
e par che sia una cosa venuta
da cielo in terra a miracol mostrare.

Mostrasi si piacente a chi la mira,
che da per li occhi una dolcezza al core,
che’ntender no la puo chi no la prova:

e par che de la sua labbia si mova
un spirito soave pien d’amore,
che va dicendo a l’anima: «Sospira!».

Ποιήματα