Joachim du Bellay, Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα



στον Νίκο Σαραντάκο

Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα,
ή εκείνος που κατέκτησε χρυσόμαλλο το δέρας,
γεμάτος πείρα και σοφός στο τέλος της ημέρας·
χρόνια με τους δικούς του να χαρεί, τα τελευταία.


Άμποτε γω θα ξαναδώ το χωριουδάκι, αλί μου
με τ’ ανωθρώσκοντα καπνό από το φτωχικό μου;
Σε ποια εποχή θα ξαναδώ μάντρα κι αυλόγυρό μου
οπού ’ναι η πατρίδα μου, η ιδιαίτερή μου;

Και πιο πολύ ευαρέσκομαι στο σπίτι των προγόνων
απ’ τα παλάτια τα τρανά των Ρωμαϊκών των χρόνων·
κι απ’ το σκληρό το μάρμαρο η πέτρα είναι πιο αβρή.

Και προτιμώ απ’ τον Τίβερη πάντα τον Λίγηρά μου
κι από τη Ρώμη το Λιρέ πιότερο στην καρδιά μου·
του Ανζού τ’ αεράκι είναι γλυκό, η αύρα είναι ψυχρή.

 

8/4/2014

 

Το πρωτότυπο:


Heureux qui, comme Ulysse, a fait un beau voyage,
Ou comme cestuy-la qui conquit la toison,
Et puis est retourne, plein d’usage et raison,
Vivre entre ses parents le reste de son age !

Quand reverrai-je, helas, de mon petit village
Fumer la cheminee, et en quelle saison
Reverrai-je le clos de ma pauvre maison,
Qui m’est une province, et beaucoup davantage ?

Plus me plait le sejour qu’ont bati mes aieux,
Que des palais Romains le front audacieux,
Plus que le marbre dur me plait l’ardoise fine :

Plus mon Loire gaulois, que le Tibre latin,
Plus mon petit Lire, que le mont Palatin,
Et plus que l’air marin la doulceur angevine.

Ποιήματα