ΑΝΑΡΩΤΙΕΜΑΙ ΚΑΙ ΠΕΡΙΜΕΝΩ


Βγήκαμε και το βλέμμα τους κενό κι απόψε πάλι.
Μες στους καπνούς, τη μουσική καθόλου δεν μιλάμε.
Κρατώντας μες στα χέρια μας τη βότκα πορτοκάλι,
τ’ ανέκφραστα τα μέλη μας αδιόρατα κουνάμε.
Ρωτιέμαι τι μας μένει, πού τραβάμε.


Μα το πρωί στη θάλασσα μου γνέφει ο εαυτός μου.
Τα πάντα γύρω είν’ ομορφιά, το κάστρο ονειρεμένο.
Πλημμυρισμένο από το φως, το θόρυβο του κόσμου.
Σε μαγεμένους ουρανούς θα ‘λεγες στεριωμένο.
Είν’ η ευτυχία που τόσο περιμένω.


(1990)

Ποιήματα