ΚΑΘΕ ΔΕΚΑ ΤΟΥ ΓΕΝΑΡΗ

στον Αγγελο Γαλάτη


Τον θυμάμαι κάθε δέκα του Γενάρη,
με ομίχλη να διατάζει μες την πλώρη.
Των ονείρων το καράβι έχει σαλπάρει,
καπετάνιος πάντα ο ίδιος στο βαπόρι.


Το φως του φεγγαριού
του ρίχνει τη σκιά του
Κι η νύχτα από παντού
σιμώνει ολόγυρά του


Μες τον χάρτη σχεδιάζει την πορεία,
στο κατάστρωμα το πλήρωμα πιστό,
Με την έμπνευση, την ίδια φαντασία
και ταγμένο σ’ έναν άγνωστο σκοπό.


Το φως του φεγγαριού
του ρίχνει τη σκιά του
Κι η νύχτα από παντού
σιμώνει ολόγυρά του


Βάζουν ρότα στων ονείρων τους τη χώρα,
που οι πολλοί την ονομάζουν ουτοπία.
Ταξιδεύουν, δεν ακούν κανέναν τώρα
και πετούνε πάνω απ’ όλα τ’ άλλα πλοία.


Το φως του φεγγαριού
τους ρίχνει τη σκιά του
Κι η νύχτα από παντού
σιμώνει ολόγυρά τους


Κι αρχινούν να κουβεντιάζουν παραμύθια,
για φαντάσματα κ Ιπτάμενο Ολλανδό,
για του ίντερνετ τους μύθους, την αλήθεια
που τους ένωσαν και φτάσαν ως εδώ.


Το φως του φεγγαριού
τους ρίχνει τη σκιά του
Κι η νύχτα από παντού
σιμώνει ολόγυρά τους


Κι έτσι υψώνονται στ’ ονείρου τα πελάη,
μένει μόνο ο κυβερνήτης σιωπηλός.
Το τιμόνι του το στρέφει προς τα χάη,
να ξωκείλει το καράβι του στο φως!

(1999)

Ποιήματα