ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΔΥΟ ΕΡΑΣΤΕΣ

στον άντρα μου

Ι) Η ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ

Η ιστορία αρχίζει….Μια φορά                   
κι ένα καιρό (συνέβησαν στ’ αλήθεια;)       
ο Έρωτας, με βέλη πονηρά,                        
σκαρφίστηκε καινούρια παραμύθια.      

Η αφήγηση τυλίγει – σαν πλοκάμι.          
Διχάζονται οι μνήμες, οι καιροί.                 
Ήταν ένα παλάτι, κάποιοι γάμοι                 
κι η Σταχτοπούτα ακόμα ήταν εκεί -                

με μόντεμ και πολλές ιστοσελίδες                      
(μπερδεύω χρόνους νέους και παλιούς).                   
Σκέψεις στα chat εμοίραζε κι ελπίδες                      
σ’ επίδοξους - μάλλον αρσενικούς -                            

μνηστήρες, που μετάνθρωποι ήταν πάντως,                      
κι αντί γοβάκι, την πληροφορία                      
μάζευαν για το μήκος και το πλάτος,               
το στίγμα, στου δικτύου την αναρχία.                


ΙΙ) Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΗΠΑΣ

Έτσι κι ο Πρίγκηπας, επάνω του κρατούσε       
στη μέσα τσέπη του (φόδρα βασιλική),                 
τα ποιήματα της Σταχτοπούτας – και κινούσε             
για να τη βρει μέσα στο Δίκτυο - κάπου εκεί.        

Θάλασσες πέρασε (μας λέει το παραμύθι),             
περπάτησε, χίλια λαγκάδια και βουνά,                     
πολέμησε, με των εχθρών όλα τα στίφη               
κι έφτασε κάποτε σε μέρη μακρινά.              

Εκεί συνάντησε το γυναικείο είδωλό του,         
τ’ αρχέτυπο, όπως το μάθαινε μικρός -           
να ‘ταν η Σταχτοπούτα, τότε, στ’ όνειρό του       
ή φανερώθηκε ο κρυφός του εαυτός;             

 

ΙΙΙ) ΤΟ ΖΕΥΓΑΡΙ

Με σπίρτα ήταν παιδάκια και οι δύο,                 
που στην αδύναμη τη φλόγα ονειρευόνταν           
(Χάνσελ και Γκρέτελ τους ελέγαν, στο βιβλίο) -     
μ’ ονόματα που αλλάζαν, πορευόνταν             

σε μέρη απ’ τ’ όνειρο - μαγευτικά στ’ αλήθεια.       
Την βρήκε και πυκνό έπεφτε χιόνι                 
(η κάμαρα ζεστή, λένε τα παραμύθια).          
Τ’ άσπρο χαλί απέξω τους κυκλώνει.        

Εκείνος ταξιδιώτης, Οδυσσέας, Πήτερ Παν       
κι εκείνη ατίθαση Αμαζόνα, ως τα τώρα.         
Ψυχή τε σώματι ενωμένοι, σ’ ένα Σύμπαν            
ιδιωτικό, γι’ αυτούς τους δυο - παράξενη ώρα:        

γυμνώνονται, χάνουν τα πρότυπά τους,             
μένουν δυο σώματα που σμίγουν - εραστές.          
Διώχνουν τους φόβους και τα τραύματά τους,      
αιθέρια γίνονται κορμιά, λευκές ψυχές        

που στην αγάπη ξεκινούν μια μαθητεία.            
Συνήθισαν να ζουν στα παραμύθια,                    
μα τώρα (όπως μας λέει η ιστορία),                       
μες τα βιώματά τους βλέπουν την αλήθεια:               

Τ’ αρχέτυπα κι αν παίξουν κι αν προβάλλουν,          
θα είναι πάντα δυο εραστές, σε κάθε ρόλο,                  
που θα διστάζουν, θα φοβούνται, θ’ αμφιβάλλουν        
και θα ενώνονται με πάθος κι όλο                    

το Σύμπαν θα συνωμοτεί για τα όνειρά τους.              
Να το δικό τους παραμύθι, της καρδιάς τους.              

Ιανουάριος 2002

Ποιήματα