ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΚΟΥΝΕΒΑ

Της το είχαν πει, είχαν προειδοποιήσει:
να μην παλέψει. Δικαιώματα και τέτοια
ο ξένος να ζητάει, να διεκδικήσει;
Αδιανόητο! Τ’ αφεντικών τα κέφια

να υπηρετούν, να δέχονται τα πάντα
- περικοπές μισθών και πενταροδεκάρες.
Η Κούνεβα (εκεί γύρω στα σαράντα)
ήταν που αρνήθηκε εκφοβισμούς, κατάρες.

Μ’ αξιοπρέπεια πάλευε, ζητούσε
με πείσμα πάντα, να ‘χει τη μισθοδοσία.
Αγκάθι είχε γίνει, που ενοχλούσε
- κόντρα στην κόντρα – πλέον την εργοδοσία.

Οι άντρες εμφανίστηκαν το βράδυ
για κάτι που ‘χανε καιρό προαναγγείλει:
θ’ αφήναν ανεξίτηλο σημάδι
στην Κωνσταντίνα – κάθε δράση ν’ αναστείλει.

Στο πρόσωπό της χύνουν βιτριόλι,
μάτια και χείλη και λαιμό να εξαφανίσει.
Κείνοι γελούν, γεμάτοι μίσος όλοι
που δεν τους φτάνει κι ας τους έχει διαποτίσει.

“…Το στόμα σου άνοιξέ το, ρούφα τώρα,
σταγόνα μην αφήσεις! – Όλο, να σε κάψει…
Έτσι γαμάει (πουτάνα) αυτή η χώρα.
Θέλεις δεν θέλεις, πλέον η δράση σου θα πάψει... ”



(2009, ηλ.περιοδικό Ποιείν - 2010 Αλμανάκ Ποιείν)

Ποιήματα