ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ

Την ώρα που φλεγόντουσαν οι βάτοι
τους είδα, στη φρικτή φωτογραφία:
το πρόσωπο, μια μάσκα ήτανε πόνου.
Εγκαύματα στα χέρια και στην πλάτη,
παράπονο στο βλέμμα κι απορία.
Με κοίταγε, απ’ τα πέρατα του χρόνου

το πετρωμένο προσωπείο του εργάτη.

Την ώρα που κατέρρευσαν οι Πύργοι
τους είδα καθαρά στην τηλεόραση:
το πρόσωπο καλύπτονταν με στάχτες.
Εγκαύματα γεμάτοι ανθρώποι μύριοι -
παράπονο στη σκέψη, σαν ενόραση.
Με κοίταγαν, ανάμεσ’ απ’ τους φράχτες

σαν πετρωμένοι υπάλληλοι, μυστήριοι.

Όταν πια πέσαν τα χρηματιστήρια
τους είδα, μέσα στην απελπισία:
το πρόσωπο, γεμάτο από τον τρόμο.
Καμένο το μυαλό, εκατομμύρια
παράπονα και φόβος κι αηδία.
Με κοίταγαν, οι άστεγοι στο δρόμο

σαν πετρωμένα θάνατου αγγελτήρια.

Περιοδικό Οροπέδιο, τχ.8, Ιανουάριος 2010

Ποιήματα