ΕΛΕΓΕΙΟ ΣΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑ

Τι να σου πω και πώς να σε θρηνήσω,
στοχαστικό μου αδέρφι θλιβερό;
Έφυγες πριν ακόμα σε γνωρίσω
και μόλις τώρα σ’ ένιωσα, νεκρό.
Γ. Κοτζιούλας, Ελεγείο στον Καρυωτάκη


Μετά από εξήντα χρόνια τι να γράψω
στοχαστικό μου αδέρφι θλιβερό;
Στο γύρισμα του αιώνα θα σε κλάψω,
στης ποίησης το Παμπάλαιο Nερό.


Σε σκέφτομαι στο υπόγειο, ψυχούλα
βασανισμένη, τρυφερή, πονετική.
Τρυπήσαν τα πνευμόνια σου Κοτζιούλα,
και πήγες όπου οι άλλοι φθισικοί.


Στο σανατόριο να χάνονται οι φίλοι,
να στέλνεις με μανία επιστολές
κι αίμα να φτύνεις, Γιώργο, στο μαντίλι,
φτύνοντας και κυρίες κοσμικές.


Να ξενυχτάς με τον Καρυωτάκη
να φέγγει αστραπόβροντα στο νου,
ενώ η γενιά του 30 μες το σαλονάκι
να χαριεντίζεται, του Κατακουζηνού.


Να φεύγεις με τον Άρη στα βουνά σου,
εκεί που λάμπει η Πούλια πιο πολύ.
Να γράφεις και να καιν τα σωθικά σου:
δεν έχει στην Αθήνα επιστροφή.


Κρύωνες, μου ‘παν, τέσσερις χειμώνες,
τρέμαν οι πλάτες σου, χωρίς ένα παλτό.
Μα Εκείνη που περίμενες για αιώνες,
σου χάρισε στο τέλος ένα γιο.


Ο Τσάπλιν σε κοιτούσε απ’ την οθόνη,
και σου ‘ταζε καλύτερη εποχή.
Μα πέθανες κι οι στίχοι έμειναν μόνοι
σαν ποίημα που ζητά να διαβαστεί.


——————————————–


Στης ποίησης το Παμπάλαιο Nερό,
βυθίζομαι, μ’ ακόμη να σε κλάψω.
Στοχαστικό μου αδέρφι θλιβερό,
μετά από εξήντα χρόνια, εγώ θα γράψω.


6/7/2011

Ποιήματα