Ω6Β-ΟΙ ΝΕΚΡΟΖΩΝΤΑΝΟΙ - 1, 2, 3, 4, 5

ΟΙ ΝΕΚΡΟΖΩΝΤΑΝΟΙ - Ι

Θυμίζω νεκροζώντανο. Υποφέρω
αξιοπρεπώς, ησύχως, σιωπηλά.
Μου κόβουν το μισθό μου και το ξέρω
πως θα πληρώσω κι άλλη εισφορά.

Πρωί. Ακίνητο ποτάμι τροχοφόρα -
μετρό και τραμ, λεωφορεία ν’ απεργούν.
Σκουπίδια ατέλειωτα κατέβασε η μπόρα.
Τα καύσιμά μου στο παπάκι δεν αρκούν.

Τα μεσημέρια όλο μετράω τα ψιλά μου -
να φάω κάτι σε φαγάδικο φτηνό.
Δεν βγαίνουν για ένα μήνα τα έξοδά μου.
Πες μου, τον έκτακτο το φόρο που θα βρω;

Απόγευμα και πάω προς το καφενείο
για να περάσει κι η στενάχωρη βραδιά.
Γυρίζουν τώρα οι μαθητές απ’ το σχολείο
και λέω: “ευτυχώς – δεν έκανα παιδιά”.

Τα βράδια βλέπω σήριαλ στην οθόνη.
Στο σπίτι έχουν μπει κιόλας οι εχθροί.
Η Τράπεζα τ’ αρπάζει, με περικυκλώνει,
στο δρόμο με πετάει μες τη σιωπή.

Θυμίζω νεκροζώντανο. Υποφέρω -
με τύλιξε το σοκ και το κενό.
Θ’ αντέξουμε; Δεν σκέφτομαι, δεν ξέρω.
Ουρλιάζω. Θα ουρλιάξω: “ως εδώ !”

14/10/2011

 

ΟΙ ΝΕΚΡΟΖΩΝΤΑΝΟΙ – ΙΙ

Τα βράδια βλέπω ειδήσεις στην οθόνη.
Στο Σύνταγμα ο κόσμος απεργεί -
πλησιάζουνε τα ΜΑΤ και τον πλακώνει
σύννεφο δακρυγόνα, γκλομπ, οργή.

Εγώ, πάντα στο σπίτι μου υποφέρω –
γιατί να είμαι εκεί, να χτυπηθώ;
Θ’ αλλάξει – τι θ’ αλλάξει; Δεν το ξέρω.
Μην σκέφτομαι – να πάω να κοιμηθώ.

Διαβάζω τα πρωινά εφημερίδες,
κι αλλιώτικα τα λέει η καθεμιά.
“Η Ευρώπη μας παρέχει τις ελπίδες” –
“ελπίδα δεν υπάρχει αληθινά”.

Τα μεσημέρια στήνομαι και πάλι
και βλέπω live πέτρες, χημικά –
ανθρώπους μ’ ανοιγμένο το κεφάλι
κι άλλους να κυνηγιούνται στα στενά.

Τ’ απόγευμα ψηφίζουν και περνάνε
όλα τα Νομοσχέδια στη Βουλή.
Κάποιους απέξω ακόμα τους χτυπάνε –
γιατί λοιπόν κανείς ν’ αντισταθεί;

Κάθομαι σπίτι, έξω σουρουπώνει.
Σφαλίζω τα παράθυρα ξανά.
Με νανουρίζει η εικόνα στην οθόνη –
κι ουρλιάζω, αλλ’ από μέσα μου, κρυφά.


21/10/2011

 

ΟΙ ΝΕΚΡΟΖΩΝΤΑΝΟΙ – ΙΙI

Θυμίζω νεκροζώντανο. Η δόση
στις φλέβες στάζει, μέσα στον ορό.
Θεέ μου, η αγωνία πια θα τελειώσει,
θ’ αντέξω, δεν θ’ αντέξω, θα χαθώ;

Σα να ‘μαι σ’ ένα ακίνητο κρεβάτι
νοσοκομείου, μ’ όνειρα κραυγές –
δεν γίνεται, θα βλέπω εφιάλτη,
του τοίχου ψηλαφίζοντας γωνιές.

Η δόση, η δόση, η δόση, μες τη φλέβα -
να κλείνει η κάνουλα, να μένω στο κενό.
Τρενάκι τρόμου, ανέβαινε-κατέβα,
μου ψαλιδίζουν κι άλλο το μισθό.

Θυμίζω νεκροζώντανο. Μετράω
νούμερα, χρόνια, ένσημα, εισφορές –
να φύγω από τη χώρα; που να πάω;
Μεγάλωσα, μακρύναν οι σκιές.

Στο δρόμο θα ορμήσω και στα χάη,
το ζόφος να γλυτώσω το βαθύ.
Η χώρα δεν πεθαίνει, αγκομαχάει
και τρέμει την επόμενη στροφή.


3/11/2011

 

ΟΙ ΝΕΚΡΟΖΩΝΤΑΝΟΙ – IV

Θυμίζω νεκροζώντανο. Εχω φτάσει
από καιρό στην άβυσσο του νου –
τα γεγονότα μ’ έχουν ξεπεράσει
κι υφίσταμαι τον τρόμο του κενού.

Θ’ αντέξω τον ατέλειωτο χειμώνα,
το κρύο, με κομμένο και το φως;
Πως, νηστικός, να ρίχνομαι σ’ αγώνα
και να πεινάνε τα παιδιά μου, πως;

Σαλεύει ο νους μου, δεν καταλαβαίνω –
λένε για πόλεμο στη ζώνη του Ευρώ.
Χτυπάει το δολάριο, φρενιασμένο
κι ανήμπορος στη μέση είμ’ εγώ.

Εγώ ήθελα δουλίτσα και φαγάκι,
μια ήσυχη και ταπεινή ζωή –
κι ετούτοι θα μ’ αρπάξουν σε λιγάκι
σπίτι, αξιοπρέπεια και τιμή.

Δεν ξέρω πια τι βγάζουνε σαν νόμους,
δημοψηφίσματα και πρόωρες εκλογές.
Μου είπανε να βγούμε όλοι στους δρόμους,
ν’ αντισταθούμε στους κατακτητές.

Αλλά δεν ξέρω οι Καλοί ποιοί να ‘ναι
και ποιοι οι Κακοί – για να τους πολεμώ.
Καλοί, Κακοί, αυτοί που κυβερνάνε,
γνωρίζω πως τους ψήφισα κι εγώ.

Στ’ αλήθεια τα ‘χω παίξει κι εν συγχύσει
σαν πρόβατο οδηγούμαι σε σφαγή.
Το σύστημα και πάλι θα κερδίσει –
εκτός κι αν ξεχειλίσει πια η οργή.

3/11/2011

ΟΙ ΝΕΚΡΟΖΩΝΤΑΝΟΙ – V


Θυμίζω νεκροζώντανο. Οι Πιλάτοι
σε Φαρισαίους με στέλνουν, Γραμματείς,
με σφράγγισαν στα χέρια και στην πλάτη
μ’ ενδείξεις αβουλίας κι υποταγής.


Τους φόρους μου πληρώνω: τη Δεκάτη,
το σπίτι μου, την κατοχή της γης –
τις νύχτες αγρυπνώ, δεν κλείνω μάτι,
καθώς με ζώνει μια αίσθηση απειλής.


Η σκέψη έχει παγώσει κι είναι κάτι
επίμονο στο νου μου, που γυρνά,
σαν φάρσα ή μια μόνιμη αυταπάτη


πως – κάπως – όλα θα ‘φτιαχναν ξανά.
Στην πλάτη μου όμως νιώθω το σημάδι
και γύρω μου είναι νύχτα και σκοτάδι.


23/11/2011

Ποιήματα