Ω9-Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΝΕΚΡΟΖΩΝΤΑΝΩΝ

Οι νεκροζώντανοι τις μέρες σημαδεύουν
μία μία και μετράνε τον καιρό.
Τα κίνητρα να ζήσουνε γυρεύουν -
στην τσέπη τους δεν έχουν ούτ’ ευρώ.
Τους πήραν και το σπίτι – θλιβερό!
Δεν έχει μείνει κάτι να πιστεύουν.
Των φόρων το τσουνάμι, φοβερό,
τους έπνιξε και πια δεν την παλεύουν.

Μαζεύονται σ’ ουρές και φοβισμένοι
πληρώνουνε αυτό που αναλογεί –
σαν να όρισε κάποια άγνωστη Ειμαρμένη
το χρέος καθενός πριν γεννηθεί.
Σαν κάποια Προφητεία θα εκπληρωθεί
μ’ απέλπιδες ανθρώπους, που τους κλέβουν.
Το μέλλον τους σαν βρόγχος – και νοσεί.
Τους έπνιξε και πια δεν την παλεύουν.


Τα βράδια μες τα σπίτια ξαγρυπνούνε
φωνάζουνε στο ίντερνετ – γραπτά.
Στο facebook ατάκες διακινούνε
και στέλνουν στο twitter μαζικά.
Στους δρόμους βγαίνουν λίγοι τελικά:
οι νέοι που θυμώνουν κι αγριεύουν.
Βουλιάζουν οι μεγάλοι – η απελπισιά
τους έπνιξε και πια δεν την παλεύουν.


Κόσμε του διαδικτύου για σένα γράφω,
για μένα, για όσους ένα φως γυρεύουν.
Να σηκωθούν οι νεκροζώντανοι απ’ τον τάφο:
τους έπνιξε και πια δεν την παλεύουν.


7/12/2011

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς

Ποιήματα