Ω3-ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ (ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΒΑΚΧΙΚΟΝ) - 10,11,12

ΣΤΑΔΙΟΥ 23

Τα ψέματα τελειώνουν… Οι αγελάδες,
πια θα ‘ναι ισχνές – κι οι Φαραώ
“διαίρει και βασίλευε” μες το λαό:
ματοβαμμένες πάλι δυο Ελλάδες.


Κι όπως θ’ ανηφορίζει στη Σταδίου,
στο ξέσπασμα του πλήθους, στην πορεία,
πάντα ο καπνός θα δείχνει εικοσιτρία:
νέο πεδίο μάχης Εμφυλίου.


- Σταθείτε λίγο!… Άλλος είν’ ο εχθρός μας -
δεν ωφελεί ν’ αφανιστούμε μέχρι ενός,
για να περάσει Αμερικάνος, Γερμανός,
να διαφύγει ο εγκληματίας πολιτικός μας.


- Όχι μολότωφ στον υπάλληλο, όχι!
Στ’ αφεντικά τους, την εργοδοσία,
τους βουλευτές, τους υπουργούς, την εξουσία –
σ’ όποιον το χρήμα τ’ άρπαξε και το ‘χει.


- Να μείνετ’ ενωμένοι αυτές τις μέρες:
Συνταξιούχοι, αδικημένοι, μισθωτοί,
ακούστε λίγο τη φωνή του ποιητή –
τι θέλει κι ο άγιος καμιά φορά φοβέρες.


Λαέ σε σώμα συγκροτήσου: η δύναμή σου,
μέσα απ’ το ίντερνετ, για πρώτη ίσως φορά,
μπορεί στο δρόμο να σε βγάλει, μαζικά -
για ν’ ακουστεί επιτέλους η φωνή σου.


Οργίσου!


Οργίσου, αλλ’ όχι με κυνήγι μαγισσών.
Στη βία δεν απαντούμε με τη βία –
με του Ρομπέν τον τρόπο, των Δασών,
ανακατανομή ζητάμε, των δασμών,
για να επιβιώσει η κοινωνία.


- Όχι μολότωφ στον υπάλληλο, όχι -
σ’ όποιον το χρήμα τ’ άρπαξε και το ‘χει.

8/5/2010

Ηλ. περιοδικό Βακχικόν, τχ.10,  Ιούν. 2010

 

ΣΤΑΤΛΕΡ ΚΑΙ ΓΟΥΟΛΝΤΟΡΦ


Έχω δυο φίλους που πολύ έχω αγαπήσει.
Όμως αρέσκονται να είν’ στα θεωρεία –
κι αφ’ υψηλού κοιτάζουν κάτω στην πλατεία,
κι οι δυο γκρινιάζοντας, το έργο πριν ν’ αρχίσει.


Τα ονόματά τους ξεχαστήκαν. Ποιος τα ξέρει;
Του Μάπετ Σώου τους θυμίζουνε οι γέροι.


Φαρμακερές έχουν ατάκες ξεστομίσει –
αλλά πανέξυπνες, με τόλμη, παρρησία.
Μ’ αλλοίμονο αν ξεφύγει λίγο απ’ την ευθεία
του προβολέα η λάμψη, αν κάπως τους φωτίσει.


Τα ονόματά τους ξεχαστήκαν. Ποιος τα ξέρει;
Του Μάπετ Σώου τους θυμίζουνε οι γέροι.


Τα λόγια τους μπερδεύουνε, δεν έχουν συνηθίσει
επί σκηνής να παίζεται δική τους ιστορία –
και μέσα τους εκτρέπεται σε δράμα η κωμωδία,
ίσα να φύγει η προσοχή, να μην ξαναγυρίσει.


Τα ονόματά τους ξεχαστήκαν. Ποιος τα ξέρει;
Του Μάπετ Σώου τους θυμίζουνε οι γέροι.


Οι δύο φίλοι μου, συχνά μ’ έχουν μισήσει -
όταν επάνω τους εστιάσω προβολέα
με κυνηγούνε, να μου ρίξουν την αυλαία
και κριτικάρουν την ανθρώπινή μου φύση.


Τα ονόματά τους ξεχαστήκαν. Ποιος τα ξέρει;
Του Μάπετ Σώου τους θυμίζουνε οι γέροι.


Οι φίλοι μου δεν ζουν στη Νέα Υόρκη -
κι όπως το έργο θα τελειώσει και τα πάθη,
“γιατί ερχόμαστε; ” κανένας δεν θα μάθει.
Μα της φιλίας ιεροί για μένα οι όρκοι.


Οι δύο γέροι Στάτλερ και Γουόλντορφ του θεωρείου του Μάπετ Σώου έχουν πάρει τα ονόματά τους από δύο παλαιά ξενοδοχεία της Νέας Υόρκης.

Ηλ. περιοδικό Βακχικόν, Σεπτ. 2010

ΟΙ ΩΡΑΙΟΙ

Στου πρώτου ορόφου την ταβέρνα
μες σε καπνούς και φαγητά
(κόσμος πολύς και άντε πέρνα)
τον Μπαμπασάκη είδα ξαφνικά.
Εκεί, σαν όλα τα βραδάκια
με ουζάκι και με χταποδάκια.


Καθόταν ο ένας πλάι στον άλλο,
και κάποιοι ακόμα, καταγής –
που περιμέναν το σινιάλο
για ένα Μινόρε της Αυγής!
Κι αρχίζει ο νους ν’ αποξεχνιέται
σ’ ήχους και στίχους να πλανιέται.


(Ο Πειραιάς, Κανάλι Ενα,
οι Happy Few, το Βακχικόν,
ω! χρόνια, χρόνια ονειρεμένα,
των φίλων και των συμποτών…
Μη φεύγετε από κοντά μας,
έχετε πάρει τα μυαλά μας..)


Του ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
είν’ που αποκλήρωσε το γιο.
Άλλον τον χώρισ’ η γυναίκα,
κι το ‘χει ρίξει στο πιοτό.
Τους κάναν στο Χαλάνδρι χάζι
και το Μαρούσι πια δεν ησυχάζει.


-Το νοθευμένο φταίει ποτό μας;
-Ο Κέρουακ – στο Δρόμο – που αργεί;
-Τον Ικαρο εκλέξαμ’ αρχηγό μας
και φταίει…. ίσως φταίει η μουσική!
Ποιος λείπει, ποιος; Κανένα στόμα
ξεμέθυστο δεν βρίσκεται ακόμα…


Έτσι, σε τούτη τη ταβέρνα,
τα πίνουμε τα βράδια όλοι μαζί –
κι αν είσαι ωραίος, τώρα πέρνα,
κάτω από μένα γράψε μια ευχή:
Χρόνια πολλά στον Ικαρο, συνάμα
στους φίλους, που πλαντάξανε στο κλάμα!

Ηλ. περιοδικό Βακχικόν, τχ. 11,  Σεπτ. 2010

ΣΥΜΒΑΣΙΟΥΧΟΙ

Σπουδάζουμε και παίρνουμε πτυχία
που στέκοντ’ ύστερα στον τοίχο, ειρωνικά.
Μας παίρνουν έπειτα σε μι’ άσχετη δουλειά
- με σύμβαση κι η σταδιοδρομία.

Μετράμε κάθε μέρα τα έξοδά μας
- βγαίνει δεν βγαίνει ο προϋπολογισμός.
Μια σύμβαση όλα, ψυχαναγκασμός
μη χάσουμε στο τέλος τη δουλειά μας.

Και ζούμε τη ζωή μας με συμβάσεις:
μόνιμο τίποτα, κανένας, πουθενά.
Κι αν παντρευόμαστε, χωρίζουμε ξανά
και στήνουμ’ οικογένειες σ’ άλλες βάσεις.

Με σύμβαση μετράμε και το χρόνο
- μόλις θ’ αντέξουμε για καναδυο χρονιές.
Τώρα, με γράμματα ψιλά μες τις γραμμές
κι εγώ τη σύμβασή μου ανανεώνω.

Ηλ. περιοδικό Βακχικόν, τχ. 12,  Δεκ. 2010

 

 

Ποιήματα